ΚΑΙΡΟΣ

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

«Manual» Κτηματολογίου για ιδιοκτήτες ακινήτων

 

Στη χώρα μας, έως το τέλος του 2026, το σύστημα μεταγραφών και υποθηκών θα αποτελέσει παρελθόν, με το Εθνικό Κτηματολόγιο να τίθεται σε πλήρη λειτουργία.

Η μετάβαση αυτή σηματοδοτεί την εγκατάλειψη ενός ανθρωποκεντρικού και συχνά επισφαλούς πλαισίου, προς ένα σύγχρονο, κτηματοκεντρικό σύστημα που ενισχύει την ασφάλεια των συναλλαγών.

Το έργο του Κτηματολογίου, μία από τις σημαντικότερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων δεκαετιών, με άμεσο αποτύπωμα στην ασφάλεια δικαίου, την προστασία της ιδιοκτησίας και τη λειτουργία της οικονομίας, ξεκίνησε το 1995 με τον νόμο 2308/1995.

Μέχρι το 2018 είχε ολοκληρωθεί η κτηματογράφηση μόλις του 29% των δικαιωμάτων σε ακίνητη περιουσία. Από το 2019 και μετά καταγράφεται σαφής επιτάχυνση.

ktimatologio.jpgΣύμφωνα με τη γενική διευθύντρια του Κτηματολογίου, Ολυμπία Μαρκέλλου, μέσα στον επόμενο μήνα το 99% της χώρας θα διαθέτει αναρτημένα στοιχεία και Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ), ο οποίος αποτελεί το μοναδικό σημείο αναφοράς για κάθε ακίνητο.

Η πρόοδος αυτή βασίστηκε σε στοχευμένες θεσμικές παρεμβάσεις, στην απλοποίηση διαδικασιών και, κυρίως τα τελευταία χρόνια, στην εκτεταμένη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών.

Όπως επισημαίνει, «είναι αυτονόητο ότι σε ένα έργο τέτοιας κλίμακας εμφιλοχωρούν σφάλματα στις αρχικές εγγραφές, σε ορισμένες περιπτώσεις και πέραν του αναμενόμενου».

«Η αντιμετώπισή τους αποτελεί βασική επιχειρησιακή προτεραιότητα» σημειώνει η κα. Μαρκέλλου κληθείς να απαντήσει στο ερώτημα της «Ν» αναφορικά με την καθυστέρηση που παρατηρείται στην διεκπεραίωση των πράξεων περί το Κτηματολόγιο και εξηγεί:

Το Ελληνικό Κτηματολόγιο λειτουργεί σε περιβάλλον αυξημένων και διαρκώς μεταβαλλόμενων απαιτήσεων. Από την ολοκλήρωση της κτηματογράφησης, έως τη συνεχή αύξηση των πράξεων λόγω της έντονης κινητικότητας στην αγορά, αλλά και τη διαχείριση συσσωρευμένων εκκρεμοτήτων που προέκυψαν κατά τη μετάβαση και ενοποίηση των υποθηκοφυλακείων.

Στο πλαίσιο αυτό έχουν υλοποιηθεί παρεμβάσεις που επιταχύνουν τις διορθώσεις, όπως, απλοποίηση διαδικασιών, ενίσχυση των Κτηματολογικών Γραφείων, πλήρης ψηφιοποίηση της υποβολής πράξεων, ανάπτυξη εργαλείων έρευνας και πρόσβασης στα ιστορικά αρχεία των πρώην υποθηκοφυλακείων (archive.ktimatologio.gr), καθώς και εισαγωγή αυτοματοποιημένων ελέγχων για τη βελτίωση της ποιότητας των εγγραφών.

Τα αποτελέσματα είναι ήδη μετρήσιμα, τόσο ως προς τη μείωση των εκκρεμοτήτων όσο και ως προς τη βελτίωση των χρόνων εξυπηρέτησης.

Το 2025 ολοκληρώθηκαν σχεδόν 700.000 πράξεις, διπλάσιες σε σχέση με το 2024 και, για πρώτη φορά, περισσότερες από όσες εισήχθησαν προς διεκπεραίωση. Καθοριστική υπήρξε η εφαρμογή της υπερτοπικής αρμοδιότητας, που επιτρέπει σε δικηγόρους μιας περιοχής να εξετάζουν υποθέσεις άλλης με αυξημένο φόρτο.

Σήμερα οι εκκρεμείς πράξεις στο λειτουργούν Κτηματολόγιο ανέρχονται περίπου σε 142.000, από 155.000 στις αρχές Φεβρουαρίου και 170.000 στις αρχές του έτους.

Οδηγός Κτηματολογίου ενόψει της ολοκλήρωσής του

Η «Ν», ενόψει της ολοκλήρωσης του Κτηματολογίου, συγκέντρωσε και παρουσιάζει απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα που τυχόν απασχολούν τους κατόχους ακινήτων.

Για να μπορέσει κάθε δικαιούχος ακίνητης περιουσίας στη χώρα να αξιοποιήσει την πληροφορία του Κτηματολογίου, το πρώτο βήμα είναι να επισκεφθεί διαδικτυακά την ιστοσελίδα του Ελληνικού Κτηματολογίου, www.ktimatologio.gr, να αναζητήσει την περιοχή όπου βρίσκεται το ακίνητό του και να διαπιστώσει αν έχει ολοκληρωθεί η κτηματογράφηση ή αν η περιοχή παραμένει ακόμη σε διαδικασία κτηματογράφησης.

Τι πρέπει να κάνουν οι ιδιοκτήτες ακινήτων σε περιοχές όπου λειτουργεί ήδη το Κτηματολόγιο και το ακίνητό τους έχει ΚΑΕΚ;

Μέσω της ηλεκτρονικής εφαρμογής για πολίτες, με τη χρήση των κωδικών TAXISnet, ο ιδιοκτήτης μπορεί να εντοπίσει το ακίνητό του. Εφόσον:

α) το ακίνητο έχει καταχωριστεί στο όνομά του, πρέπει να ελέγξει προσεκτικά τα στοιχεία της κτηματογράφησης. Αν διαπιστώσει λάθη είτε στα στοιχεία του ακινήτου είτε στα προσωπικά του στοιχεία ή στα στοιχεία του δικαιώματός του, πρέπει, κατά περίπτωση, να υποβάλει αίτηση πρόδηλου σφάλματος, αίτηση γεωμετρικών μεταβολών ή αγωγή διόρθωσης των πρώτων εγγραφών.

β) το ακίνητο έχει καταχωριστεί σε τρίτο, είτε σε άλλο ιδιώτη είτε στο Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει να ζητήσει δικαστικά τη διόρθωση.

γ) το ακίνητο φέρει την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη», πρέπει να ζητήσει τη διόρθωση είτε διοικητικά, υποβάλλοντας αίτηση πρόδηλου σφάλματος στο κτηματολόγιο, καταθέτοντας μεταγραμμένο τίτλο, κοινοποιώντας την αίτησή του στο Ελληνικό Δημόσιο, είτε δικαστικά.

Τι σημαίνει αγωγή διόρθωσης πρώτων εγγραφών;

Όταν το πρόβλημα δεν αφορά ένα προφανές ή τεχνικό λάθος, αλλά την ίδια την ουσία του δικαιώματος, τότε απαιτείται αγωγή διόρθωσης των πρώτων εγγραφών, δηλαδή προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Αυτό συμβαίνει ιδίως όταν υπάρχει αμφισβήτηση ως προς το ποιος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης, σύγκρουση τίτλων ή επίκληση χρησικτησίας. Στο Κτηματολόγιο, οι ανακριβείς αρχικές εγγραφές διορθώνονται είτε με τη διαδικασία του πρόδηλου σφάλματος είτε με δικαστική απόφαση, ανάλογα με το είδος του σφάλματος. Με απλά λόγια, ό,τι είναι προφανές και τεχνικό μπορεί να διορθωθεί διοικητικά. Ό,τι αφορά ουσιαστική αμφισβήτηση δικαιώματος λύνεται, κατά κανόνα, δικαστικά.

Ποιες διορθώσεις γίνονται ηλεκτρονικά;

Το Κτηματολόγιο παρέχει πλέον σημαντικές δυνατότητες ηλεκτρονικής εξυπηρέτησης για εξωδικαστικές διορθώσεις. Ηλεκτρονικά μπορούν να υποβάλλονται αιτήσεις διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων, δηλαδή για προφανή λάθη στα στοιχεία του δικαιούχου ή της εγγραφής, εφόσον αυτά μπορούν να διορθωθούν διοικητικά, χωρίς δικαστική εμπλοκή. Υπό προϋποθέσεις, ηλεκτρονικά προωθούνται και ορισμένες διορθώσεις για ακίνητα με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», καθώς και ειδικές διορθώσεις που στηρίζονται σε αποφάσεις δασικών χαρτών. Αντίθετα, όταν πρόκειται για γεωμετρικές διορθώσεις που απαιτούν κοινοποιήσεις σε όμορους ή περαιτέρω τεχνικό έλεγχο, η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται ηλεκτρονικά και απαιτείται διά ζώσης υποβολή. Πολύ σύντομα και αυτή η διαδικασία θα ολοκληρώνεται ψηφιακά μέσω της εφαρμογής metavoles.krimatologio.gr

Αν το ακίνητο έχει καταχωριστεί σε τρίτο, υπάρχει άλλη λύση πέρα από τα δικαστήρια;

Κατά κανόνα, όταν ένα ακίνητο έχει καταχωριστεί σε άλλον ιδιώτη ή στο Ελληνικό Δημόσιο και υπάρχει πραγματική σύγκρουση δικαιωμάτων, η διόρθωση επιδιώκεται δικαστικά με αγωγή διόρθωσης των πρώτων εγγραφών. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες περιορισμένες εξαιρέσεις εξωδικαστικής διόρθωσης, αλλά μόνο όπου αυτό προβλέπεται ρητά από τον νόμο, όπως σε συγκεκριμένες περιπτώσεις προδήλου σφάλματος ή σε ειδικές διαδικασίες του άρθρου 6 παρ. 4 του ν. 2664/1998. Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται ψηφιακά.

Σε κάθε περίπτωση, όταν δεν πρόκειται για απλό σφάλμα καταχώρισης αλλά για ουσιαστική αμφισβήτηση της κυριότητας, η λύση δίνεται συνήθως από τα δικαστήρια. Αντίθετα, στις περιπτώσεις ακινήτων με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη», η νομοθεσία έχει διευρύνει τις δυνατότητες διοικητικής διόρθωσης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Τι ισχύει για τα ακίνητα «αγνώστου ιδιοκτήτη»;

Η ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το ακίνητο χάνεται. Σημαίνει ότι, κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, το ακίνητο ή το σχετικό δικαίωμα δεν δηλώθηκε καθόλου, δεν δηλώθηκε σωστά ή δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς, με αποτέλεσμα να μην έχει καταχωριστεί δικαιούχος.

Αν ο ενδιαφερόμενος διαθέτει νόμιμο, μεταγραμμένο τίτλο, μπορεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που προβλέπει ο νόμος, να ζητήσει τη διόρθωση της εγγραφής με διοικητική διαδικασία. Μάλιστα, μετά τις αλλαγές του ν. 5142/2024, για ορισμένα ακίνητα με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» η αίτηση διόρθωσης πρόδηλου σφάλματος γίνεται υποχρεωτικά δεκτή από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, χωρίς να απαιτείται δικαστική προσφυγή.

Για ακίνητα που βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή εντός οικισμού, η νομοθεσία προβλέπει επίσης ότι δεν απαιτείται πλέον επίδοση της αίτησης στο Ελληνικό Δημόσιο. Αν, όμως, υπάρχει αμφισβήτηση, έλλειψη τίτλων ή η υπόθεση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις διοικητικής διόρθωσης που ορίζει ο νόμος, τότε απαιτείται δικαστική διαδικασία για την αναγνώριση του δικαιώματος. Σε κάθε περίπτωση, η διόρθωση πρέπει να ζητηθεί μέσα στις νόμιμες προθεσμίες που ισχύουν για τις αρχικές εγγραφές.

Υπάρχει προθεσμία για την διεκδίκηση ακινήτου που έχει καταχωρηθεί ως «άγνωστο»;

Ναι, υπάρχει προθεσμία, αλλά δεν είναι ενιαία για όλες τις περιοχές. Για ορισμένες περιοχές, η αποκλειστική προθεσμία λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους μέσα στο οποίο συμπληρώνονται οκτώ έτη από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στην περιοχή. Για τον λόγο αυτό, ο ιδιοκτήτης πρέπει πάντα να ελέγχει την ειδική προθεσμία που ισχύει για τον ΟΤΑ όπου βρίσκεται το ακίνητό του.

Για τις περιοχές στις οποίες η προθεσμία είχε ήδη λήξει, η νομοθεσία προβλέπει νέα δυνατότητα αμφισβήτησης και διόρθωσης εγγραφών «αγνώστου ιδιοκτήτη» μέχρι την πάροδο ενός έτους από τη δημοσίευση πράξης του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνικού Κτηματολογίου, με την οποία θα διαπιστώνεται ότι το σύστημα του Κτηματολογίου έχει πλέον εφαρμοστεί σε όλη τη χώρα, σε αντικατάσταση του συστήματος μεταγραφών και υποθηκών.

Η δυνατότητα αυτή, όμως, για τις περιοχές όπου η παλιά προθεσμία είχε λήξει, ισχύει μόνο εφόσον μετά τη λήξη της αρχικής προθεσμίας δεν έχουν καταχωριστεί μεταγενέστερες πράξεις στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Χρήσιμο είναι, πριν από κάθε ενέργεια, ο ενδιαφερόμενος να ανατρέχει στην επίσημη σελίδα του Ελληνικού Κτηματολογίου για τις «Αρχικές εγγραφές και προθεσμίες διόρθωσης», όπου δημοσιεύονται οι ισχύουσες προθεσμίες ανά περιοχή.

Τι γίνεται όταν ο πολίτης δεν μπορεί να εντοπίσει το ΚΑΕΚ;

Η αδυναμία εντοπισμού του ΚΑΕΚ δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι υπάρχει αμφισβήτηση κυριότητας. Μπορεί να οφείλεται σε δυσκολία εντοπισμού του ακινήτου, σε αναντιστοιχία στοιχείων ή σε ανάγκη περαιτέρω έρευνας στα κτηματολογικά δεδομένα. Ο ενδιαφερόμενος πρέπει αρχικά να αναζητήσει το ακίνητο μέσω του Ψηφιακού Χάρτη Κτηματογράφησης (maps.ktimatologio.gr) και αν δεν προκύπτει αποτέλεσμα, να απευθυνθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο για καθοδήγηση.

Αν από την έρευνα προκύψει ότι πρόκειται για απλό σφάλμα καταχώρισης ή για περίπτωση που υπάγεται σε διοικητική διόρθωση, μπορεί να ακολουθηθεί η αντίστοιχη εξωδικαστική διαδικασία, όπως αίτηση διόρθωσης πρόδηλου σφάλματος ή άλλη αίτηση που προβλέπεται από τον ν. 2664/1998. Οι σχετικές αιτήσεις υποβάλλονται και ηλεκτρονικά μέσω των υπηρεσιών του Κτηματολογίου.

Αν, όμως, διαπιστωθεί ότι το ακίνητο έχει καταχωριστεί σε τρίτο, στο Ελληνικό Δημόσιο ή ότι υπάρχει ουσιαστική σύγκρουση δικαιωμάτων, τότε η υπόθεση δεν αντιμετωπίζεται ως απλό ζήτημα εντοπισμού, αλλά οδηγεί, κατά κανόνα, σε δικαστική διεκδίκηση για τη διόρθωση της εγγραφής.

Τι πρέπει να κάνουμε αν το ακίνητό μας βρίσκεται σε περιοχή όπου δεν λειτουργεί ακόμη το Κτηματολόγιο.

Αν το ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή όπου δεν λειτουργεί ακόμη το Κτηματολόγιο, υπάρχουν τρεις βασικές περιπτώσεις:

1. Το ακίνητο δεν έχει ακόμη ΚΑΕΚ.

Αυτό συμβαίνει ακόμη στην Κέρκυρα, στη Θεσπρωτία (με εξαίρεση ορισμένες περιοχές), στις περιφερειακές ενότητες Χανίων και Ρεθύμνης, σε περιοχές του βόρειου Ηρακλείου Κρήτης, καθώς και στα νησιά Λήμνο και Λέσβο (με εξαίρεση ορισμένες περιοχές). Οι περιοχές αυτές βρίσκονται στο στάδιο πριν από την Ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να περιμένει την Ανάρτηση, η οποία διαρκεί δύο μήνες, και, εφόσον συντρέχει λόγος, να υποβάλει αίτηση διόρθωσης.

2. Το ακίνητο έχει ΚΚΑΕΚ, επειδή η περιοχή βρίσκεται στο στάδιο της Ανάρτησης.
Αυτό συμβαίνει στα νησιά των Κυκλάδων. Στην περίπτωση αυτή, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση διόρθωσης, εφόσον διαφωνεί με οποιοδήποτε στοιχείο της εγγραφής. Ορισμένα στοιχεία διορθώνονται έως την περαίωση της διαδικασίας, ενώ άλλα θα διορθωθούν μετά τη μετάβαση σε καθεστώς λειτουργίας Κτηματολογίου.

3. Το ακίνητο έχει ΚΑΕΚ, επειδή στην περιοχή έχει ολοκληρωθεί η Ανάρτηση και τα στοιχεία βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας. Στην περίπτωση αυτή, η κτηματογράφηση αναμένεται να περαιωθεί εντός του 2026. Ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να αναμείνει την ολοκλήρωση της διαδικασίας και στη συνέχεια θα κληθεί, εντός του 2027, να λάβει γνώση της έκθεσης που αφορά είτε αίτηση διόρθωσης που έχει ο ίδιος υποβάλει είτε αίτηση που υπέβαλε τρίτος σε βάρος του. Αν διαφωνεί, θα μπορεί να υποβάλει αντιρρήσεις. Οι υποθέσεις στις οποίες δεν υπάρχει συναίνεση θα εξεταστούν από τις ανεξάρτητες διοικητικές επιτροπές του ν. 2308/1998.

Τι γίνεται αν ένα ακίνητο έχει χαρακτηριστεί δασικό

Το Κτηματολόγιο δεν αποφαίνεται για τον δασικό χαρακτήρα μιας έκτασης, αλλά καταγράφει τον χαρακτηρισμό που προκύπτει από τους δασικούς χάρτες.

Αν ο ιδιοκτήτης διαπιστώσει ότι το ακίνητό του εμφανίζεται ως δασικό, οι ενέργειες που πρέπει να κάνει δεν ξεκινούν από το Κτηματολόγιο, αλλά από την αρμόδια Διεύθυνση Δασών. Εκεί μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να υποβάλει αντιρρήσεις κατά του δασικού χάρτη ή αίτηση διόρθωσης πρόδηλου σφάλματος. Η αίτηση πρόδηλου σφάλματος δεν υποκαθιστά την αντίρρηση.

Αν έχει ήδη υποβληθεί αντίρρηση και έχει εκδοθεί απόφαση που δικαιώνει τον ιδιοκτήτη, ή αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει η νεότερη νομοθεσία για διόρθωση βάσει αποφάσεων δασικών χαρτών, μπορεί να ζητηθεί και η αντίστοιχη διόρθωση της κτηματολογικής εγγραφής με διοικητική διαδικασία.

Σε περιπτώσεις όπου το ίδιο ακίνητο εμφανίζεται «διχοτομημένο», δηλαδή ένα τμήμα του έχει καταχωριστεί κανονικά και άλλο τμήμα εμφανίζεται ως δασικό με διαφορετικό ΚΑΕΚ, ο πολίτης πρέπει πρώτα να επιλύσει το ζήτημα του δασικού χαρακτηρισμού και στη συνέχεια να προχωρήσει στην αναγκαία κτηματολογική διόρθωση, είτε γεωμετρική είτε νομική. Χωρίς προηγούμενη επίλυση του δασικού ζητήματος, δεν μπορεί να δοθεί οριστική λύση και στο Κτηματολόγιο.

Ποιες πράξεις εγγράφονται στο Κτηματολόγιο;

Στο Κτηματολόγιο δεν εγγράφονται απλώς «συμβόλαια», αλλά κάθε πράξη που δημιουργεί, μεταβάλλει, μεταβιβάζει ή καταργεί εμπράγματα δικαιώματα επί ακινήτων. Με απλά λόγια, εγγράφεται οτιδήποτε επηρεάζει τη νομική κατάσταση ενός ακινήτου. Οι βασικές κατηγορίες πράξεων είναι οι εξής:

  • Πράξεις κτήσης κυριότητας (αφορούν την αλλαγή ιδιοκτησίας ενός ακινήτου, όπως, αγοραπωλησίες, δωρεές, γονικές παροχές, ανταλλαγές. Είναι οι πιο συχνές εγγραφές και αποτελούν τον «πυρήνα» της λειτουργίας του Κτηματολογίου).

  • Εμπράγματες ασφάλειες, (βάρη), δικαιώματα τρίτων επί του ακινήτου: υποθήκες, δικαστικές αποφάσεις και αγωγές, αποδοχές κληρονομιάς, κ.α.

  • Πράξεις της διοίκησης που επηρεάζουν ακίνητα, όπως απαλλοτριώσεις, πράξεις εφαρμογής, χαρακτηρισμοί (π.χ. κοινόχρηστοι χώροι) πράξεις δασικού ή πολεοδομικού χαρακτήρα (όπου προβλέπεται).

Τέτη Ηγουμενίδη • tigoumenidi@naftemporiki.gr

πηγή naftemporiki.gr

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

Συμβόλαια για μπλοκαρισμένα ακίνητα και νομιμοποιήσεις για δασικά αυθαίρετα

 Του Αργύρη Δεμερτζή/

Νομοθετικές ρυθμίσεις στο νέο νομοσχέδιο, που έθεσε το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε διαβούλευση, επιχειρούν να δώσουν λύσεις για συμβόλαια, μεταβιβάσεις και οικοδομικές άδειες σε χιλιάδες ακίνητα που είναι μπλοκαρισμένα στους δασικούς χάρτες και παράλληλα να οδηγήσουν σε νομιμοποίηση χιλιάδες δασικά αυθαίρετα πολλών κατηγοριών και χρήσεων.

Οι νέες νομοθετικές ρυθμίσεις του ΥΠΕΝ προβλέπουν:

♦ Συμβόλαια, συναλλαγές και αξιοποίηση για τα περισσότερα από 200.000 ακίνητα, που έχουν  περάσει από επιτροπές εξέτασης αντιρρήσεων και παραμένουν μπλοκαρισμένα στις καθυστερήσεις αναμόρφωσης του δασικού χάρτη.

♦ Αναστολή προστίμων και κατεδαφίσεων για χιλιάδες δασικά αυθαίρετα, μεταξύ των οποίων  κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί, κοιμητήρια, χιονοδρομικά κέντρα, κατασκηνώσεις και άλλες τουριστικές εγκαταστάσεις, δίκτυα, δημόσιες και ιδιωτικές υποδομές,  μέσω οριζόντιας παράτασης και νέων κανόνων συμμόρφωσης για την πολεοδομική νομιμοποίηση τους.

♦ «Τουριστικές εγκαταστάσεις σε ακίνητα δασικού χαρακτήρα του Ελληνικού Δημοσίου ή του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), που έχουν οποτεδήποτε παραχωρηθεί σε αυτόν για τουριστική αξιοποίηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο και ανεγέρθηκαν από τον Ε.Ο.Τ. ή την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε. ή τρίτο, στον οποίο παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα τουριστικής αξιοποίησης, θεωρούνται νομίμως υφιστάμενες» λέει η νέα ρύθμιση του ΥΠΕΝ.

♦ Για τις μεταβιβάσεις ακινήτων, για τα οποία εκκρεμεί η αναμόρφωση του δασικού χάρτη καθοριστική θα είναι η βεβαίωση και συνακόλουθα η ευθύνη του μηχανικού, σύμφωνα με τη νέα νομοθετική ρύθμιση, που προβλέπει  ότι: «στο σχετικό συμβόλαιο και μέχρι την αναμόρφωση του δασικού χάρτη προσαρτάται με ποινή ακυρότητας αντίγραφο της απόφασης της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων ή της απόφασης έγκρισης της αναμόρφωσης του οικείου δασικού χάρτη με τον αριθμό διαδικτυακής ανάρτησης (Α.Δ.Α.) και με επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένων συντεταγμένων Ε.Γ.Σ.Α., επί του οποίου ο συντάκτης βεβαιώνει ότι το ακίνητο είναι αυτό, ως προς το οποίο έχουν γίνει δεκτές οι υποβληθείσες αντιρρήσεις ή το αίτημα αναμόρφωσης του οικείου δασικού χάρτη αντίστοιχα».

 Αλλαγές για ακίνητα που είχαν «μπλοκάρει» λόγω δασικών χαρτών, αλλά και για εγκαταστάσεις με αυθαίρετα κτίσματα σε δασικές εκτάσεις

-Από τη μία πλευρά, δίνεται λύση σε ιδιοκτησίες για τις οποίες έχουν ήδη γίνει δεκτές αντιρρήσεις ή έχει εγκριθεί αναμόρφωση, επιτρέποντας την ολοκλήρωση συμβολαίων με βάση τις σχετικές αποφάσεις, χωρίς να απαιτείται αναμονή για την τελική ενημέρωση του χάρτη.

-Από την άλλη, προβλέπεται παράταση έως το τέλος του 2027 για τη λειτουργία εγκαταστάσεων χωρίς πλήρη αδειοδότηση, δίνοντας χρόνο για την τακτοποίηση και νομιμοποίησή τους. Παράλληλα, αναστέλλονται κυρώσεις όπως πρόστιμα και κατεδαφίσεις, υπό την προϋπόθεση ότι θα κινηθούν οι απαραίτητες διαδικασίες. Συνολικά, το νέο πλαίσιο μειώνει τα εμπόδια στις μεταβιβάσεις, επιταχύνει την αξιοποίηση της περιουσίας και θέτει σαφές χρονοδιάγραμμα για την οριστική επίλυση εκκρεμοτήτων.

Οι ρυθμίσεις για συμβόλαια σε μπολαρισμένα ακίνητα πριν την αναμόρφωση του δασικού χάρτη

Με τροποποιήσεις  του άρθρου 20 του ν. 3889/2010,  η νέα ρύθμιση του ΥΠΕΝ εισάγει νέους κανόνες για συναλλαγές με ακίνητα, που σχετίζονται με τους δασικούς χάρτες, και μέχρι τώρα δεν μπορούν να μεταβιβαστούν , σε περιπτώσεις όπου είχαν γίνει δεκτές αντιρρήσεις ή εκκρεμούσε η αποτύπωση της αλλαγής, δηλαδή το «ξεπρασίνισμα» του ακινήτου στον κυρωμένο χάρτη.

Με τη νέα διάταξη εισάγεται ρητά η δυνατότητα, αλλά και η υποχρέωση, να χρησιμοποιούνται συγκεκριμένες διοικητικές πράξεις αντί του κλασικού πιστοποιητικού δασικής υπηρεσίας, σε περιπτώσεις, όπου ο αποχαρακτηρισμός του ακινήτου ως δασικού έχει κριθεί τουλάχιστον στο επίπεδο της επιτροπής εξέτασης αντιρρήσεων.

Η νέα ρύθμιση αφορά άμεσα περί τα 200.000 ακίνητα, που μέχρι σήμερα έχουν πάρει αποφάσεις από τις επιτροπές εξέτασης αντιρρήσεων, από τα συνολικά 400.000 ακίνητα που βρέθηκαν μπλοκαρισμένα στους δασικούς χάρτες.

Η εξέταση του συνολικού αριθμού των αντιρρήσεων, λέει το ΥΠΕΝ ότι θα ολοκληρωθεί το 2027. Ανοιχτό είναι παράλληλα το θέμα της αναμόρφωσης των δασικών χαρτών, χωρίς επίσημο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης της.  

Τι ισχύει πλέον για ακίνητα με εκκρεμότητες

Για ακίνητα λοιπόν που εμφανίζονται στους δασικούς χάρτες αλλά έχουν ήδη δικαιωθεί μέσω αντιρρήσεων ή έχει εγκριθεί η αναμόρφωση του χάρτη, η διαδικασία απλοποιείται ουσιαστικά. Αντί να απαιτείται η έκδοση πιστοποιητικού από τη Διεύθυνση Δασών, το συμβόλαιο συνοδεύεται υποχρεωτικά από αντίγραφο της σχετικής απόφασης.

Αυτή μπορεί να είναι είτε η απόφαση της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων είτε η απόφαση έγκρισης αναμόρφωσης του δασικού χάρτη. Η απόφαση αυτή πρέπει να φέρει τον αριθμό ανάρτησης στη «Διαύγεια» και να συνοδεύεται από τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο ο μηχανικός βεβαιώνει ότι το ακίνητο ταυτίζεται με εκείνο που αφορά η απόφαση.

Με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται έμπρακτα ότι η διοικητική κρίση έχει ήδη ολοκληρωθεί, ακόμη και αν δεν έχει ενσωματωθεί τεχνικά στον αναμορφωμένο δασικό χάρτη.

Τι σημαίνει για τους ιδιοκτήτες και τους νέους αγοραστές

Η αλλαγή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ιδιοκτήτες που βρίσκονταν σε αναμονή. Πλέον μπορούν να προχωρούν σε μεταβιβάσεις, γονικές παροχές ή άλλες πράξεις χωρίς να περιμένουν την τελική αναμόρφωση του δασικού χάρτη, η οποία καθυστερεί και δεν είναι ορατό πότε θα ολοκληρωθεί για όλες τις περιοχές της χώρας.

Η υποχρέωση προσάρτησης των σωστών και έγκυρων εγγράφων παραμένει αυστηρή, καθώς η μη τήρησή της συνεπάγεται ακυρότητα της δικαιοπραξίας.

Κάτι που σημαίνει ότι υπάρχει δυνατότητα να ξεμπλοκάρουν χιλιάδες μεταβιβάσεις μπλοκαρισμένων ακινήτων στους δασικούς χάρτες αλλά και μεγάλο περιθώριο από άγνοια η σκοπιμότητα δασικά και ιδιοκτησιακά προβλήματα των ακινήτων να μεταφερθούν σε νέους αγοραστές.

Ο ρόλος της βεβαίωσης του μηχανικού

Καθοριστική παραμένει η συμβολή του μηχανικού σε κάθε συναλλαγή. Είτε πρόκειται για την περίπτωση προσάρτησης απόφασης είτε για την υποβολή υπεύθυνης δήλωσης, ο μηχανικός είναι αυτός που βεβαιώνει την ταυτότητα του ακινήτου και τη σχέση του με τον δασικό χάρτη.

Η βεβαίωση αυτή δεν αποτελεί τυπική διαδικασία, αλλά ουσιαστικό στοιχείο ασφάλειας της συναλλαγής. Διασφαλίζει ότι το ακίνητο που μεταβιβάζεται είναι ακριβώς εκείνο που απεικονίζεται στα σχετικά έγγραφα και ότι η νομική του κατάσταση αποτυπώνεται ορθά.

Παράταση προθεσμιών και νομιμοποίηση για αυθαίρετες εγκαταστάσεις σε δασικές εκτάσεις

Η νέα νομοθετική ρύθμιση δίνει μια γενικευμένη παράταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 για μια σειρά εγκαταστάσεων που βρίσκονται σε δάση και δασικές εκτάσεις και έχουν ανεγερθεί χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, ως νέα ευκαιρία συμμόρφωσης, ώστε οι εγκαταστάσεις αυτές να συνεχίσουν νόμιμα τη λειτουργία τους.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι εγκαταστάσεις μπορούν να λειτουργούν κανονικά, ενώ παράλληλα αναστέλλονται διοικητικά μέτρα, όπως πρόστιμα, αποβολές και κατεδαφίσεις.

Ποιες εγκαταστάσεις αφορά η ρύθμιση

Η παράταση καλύπτει κυρίως λειτουργικές εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν παραγωγικές, κοινωνικές ή τουριστικές δραστηριότητες.

Σε αυτές περιλαμβάνονται κτηνοτροφικές μονάδες κάθε είδους, όπως στάβλοι, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία και συναφείς εγκαταστάσεις, καθώς και θρησκευτικοί χώροι όπως ναοί, μοναστήρια και παρεκκλήσια με τα συνοδά τους κτίσματα.

Αντίστοιχα, καλύπτονται έργα υποδομής που εξυπηρετούν βασικές ανάγκες, όπως εγκαταστάσεις ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης, αλλά και αθλητικές εγκαταστάσεις που έχουν κατασκευαστεί από δήμους.

Στο πεδίο εφαρμογής εντάσσονται επίσης τουριστικές δραστηριότητες, όπως κατασκηνώσεις και οργανωμένα campings, χιονοδρομικά κέντρα και σχετικές εγκαταστάσεις, καθώς και ορειβατικά καταφύγια που λειτουργούν χωρίς πλήρη αδειοδότηση.

Τι ισχύει για τα αυθαίρετα κτίσματα

Σημαντική πρόβλεψη αφορά τα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί χωρίς άδεια μέσα σε αυτές τις εγκαταστάσεις. Η ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα νομιμοποίησης, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Για παράδειγμα, στις κατασκηνώσεις προβλέπεται ρητά ότι τα υφιστάμενα κτίσματα μπορούν να υπαχθούν σε καθεστώς τακτοποίησης και να εκδοθούν οι απαιτούμενες οικοδομικές άδειες, ακόμη και κατά παρέκκλιση γενικών περιορισμών που ισχύουν για δασικές εκτάσεις.

Αντίστοιχα, σε άλλες κατηγορίες εγκαταστάσεων, η νομιμοποίηση των κτισμάτων συνδέεται με τη συνολική αδειοδότηση της δραστηριότητας, δηλαδή με την έκδοση έγκρισης επέμβασης, περιβαλλοντικών όρων και, όπου απαιτείται, οικοδομικής άδειας.

Προϋποθέσεις για τη νομιμοποίηση

Για να μπορέσουν οι εγκαταστάσεις και τα κτίσματα να νομιμοποιηθούν, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει έως το τέλος του 2027 να εξασφαλίσουν όλες τις απαραίτητες διοικητικές πράξεις.

Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται έγκριση επέμβασης από τη δασική υπηρεσία, περιβαλλοντική αδειοδότηση ή υπαγωγή σε πρότυπες περιβαλλοντικές δεσμεύσεις, καθώς και πολεοδομική νομιμοποίηση των κτισμάτων όπου χρειάζεται.

Εφόσον ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, οι διοικητικές κυρώσεις που είχαν επιβληθεί παύουν να ισχύουν και ανακαλούνται.

Περιορισμοί και εξαιρέσεις

Οι νέες ρυθμίσεις του ΥΠΕΝ προβλέπουν παράλληλα ότι η διοίκηση μπορεί να διακόψει τη λειτουργία μιας εγκατάστασης, εάν διαπιστωθούν αυθαίρετες επεκτάσεις, καταστροφή δασικής βλάστησης ή κατασκευή άσχετων κτιρίων που δεν εξυπηρετούν τη βασική χρήση.

Όσο για τα ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί ως πρόστιμα αυθαιρέτων δεν επιστρέφονται, ακόμη και αν τελικά η εγκατάσταση νομιμοποιηθεί.

Οι ρυθμίσεις για τα δασικά στον νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ

Οι νέες ρυθμίσεις με τίτλο «ΔΑΣΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ – ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΔΑΣΙΚΟΥ ΧΑΡΤΗ – ΠΑΡΑΤΑΣΕΙΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΩΝ» στο Κεφάλαιο  Β’ του σχεδίου νόμου του ΥΠΕΝ, με  τίτλο: «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη χρήση και την παραγωγή Ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές – Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1788 – Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας – Επείγουσες πολεοδομικές ρυθμίσεις – Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας – Ρυθμίσεις για την οργάνωση και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών φορέων εποπτείας του» έχουν ως εξής:

Προσάρτηση αποφάσεων Επιτροπών Εξετάσεων Αντιρρήσεων και αποφάσεων έγκρισης αναμόρφωσης χάρτη σε συμβόλαια – Τροποποίηση άρθρου 20 ν. 3889/2010  (Άρθρο 95)

Στο άρθρο 20 του ν. 3889/2010 (Α’ 182), περί συνεπειών κύρωσης των δασικών χαρτών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις:

α) προστίθεται τίτλος στο άρθρο, β) στην παρ. 1, προστίθεται πέμπτο εδάφιο, γ) στην παρ. 3, οι λέξεις «των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του ν. 998/1979» αντικαθίστανται από τις λέξεις «των παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979», δ) στο τρίτο εδάφιο της παρ. 4, δα) μετά από τις λέξεις «στην ανάρτηση», προστίθενται οι λέξεις «ή στον κυρωμένο δασικό χάρτη», δβ) μετά από τις λέξεις «δεκτές αντιρρήσεις», προστίθενται οι λέξεις «ή αιτήματα αναμόρφωσης», δγ) μετά από τις λέξεις «των ενδιαφερομένων», προστίθεται η λέξη «αντίστοιχα», δδ) μετά από τις λέξεις «αντίγραφο της απόφασης», προστίθενται οι λέξεις «της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων ή της απόφασης έγκρισης της αναμόρφωσης του οικείου δασικού χάρτη», δε) μετά από τις λέξεις «υποβληθείσες αντιρρήσεις», προστίθενται οι λέξεις «ή το αίτημα αναμόρφωσης του οικείου δασικού χάρτη αντίστοιχα», ε) στο τέταρτο εδάφιο της παρ. 6, εα) μετά από τις λέξεις «Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠ.Ε.Α.)», προστίθενται οι λέξεις «ή ως προς τις οποίες έχει εκδοθεί και έχει αναρτηθεί στο πρόγραμμα «Διαύγεια» απόφαση για την έγκριση της αναμόρφωσης του οικείου δασικού χάρτη» και εβ) μετά από τις λέξεις «υποβληθείσες αντιρρήσεις», προστίθενται οι λέξεις «ή των οποίων έχει εγκριθεί η αναμόρφωση» και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 20 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 20 Συνέπειες κύρωσης

«1. Μετά από τη μερική ή ολική κύρωση του δασικού χάρτη, η αναμόρφωσή του επιτρέπεται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 8 και 8.α. του άρθρου 17 και της παρ. 5 του άρθρου 19, καθώς και του επόμενου εδαφίου. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η αναμόρφωση του κυρωμένου δασικού χάρτη με

 α) την προσθήκη ή τη διαγραφή των εκτάσεων που υπάγονται ή παύουν να υπάγονται σε αυτόν σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία ή με δικαστικές αποφάσεις που κρίνουν επί των πράξεων αυτών, με δικαστικές αποφάσεις επί του ιδιοκτησιακού ζητήματος των εκτάσεων των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289), ή με διοικητικές πράξεις της περ. ζ) των παρ. 6 και 7 του ως άνω άρθρου 3 που έπρεπε να συμπεριληφθούν στον δασικό χάρτη ή εσφαλμένα αποτυπώθηκαν κατά την κατάρτισή του και δεν απεικονίζονται σε αυτόν, καθώς και

β) με τη διόρθωση προδήλων σφαλμάτων. Για τις εκτάσεις του δασικού χάρτη, που προστίθενται σύμφωνα με τα ανωτέρω και δεν υπάγονταν στον δασικό νόμο κατά τον χρόνο κύρωσης αυτού, δεν διεκδικούνται δικαιώματα από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Η αναμόρφωση του δασικού χάρτη κυρώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δασών, που εκδίδεται ιεραρχικά, μετά από εισήγηση της οικείας Διεύθυνσης Δασών και έγκρισή της από τη Γενική Διεύθυνση Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δασών περί αναμόρφωσης δασικού χάρτη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ η έγκριση του Γενικού Διευθυντή Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας αναρτάται στο πρόγραμμα «Διαύγεια».

2.Μετά από την κύρωση του δασικού χάρτη, για τις εκτάσεις που σύμφωνα με αυτόν δεν διέπονται από τις διατάξεις τής δασικής νομοθεσίας, δεν προβάλλονται δικαιώματα από το Ελληνικό Δημόσιο.

2Α. Το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει και δεν διεκδικεί δικαιώματα κυριότητας σε εκτάσεις, που, σύμφωνα με τον δασικό χάρτη, διέπονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και αφορούν σε πολύγωνα ή λωρίδες, που δημιουργούνται από την εφαρμογή των Κτηματολογικών διαγραμμάτων επί των δασικών χαρτών, των οποίων αντιστοίχως το εμβαδόν δεν υπερβαίνει τα εκατό τετραγωνικά μέτρα (100 τ.μ.) ή βρίσκονται εντός της ζώνης συμβατότητας σχήματος των γεωτεμαχίων, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές κατάρτισης του Εθνικού Κτηματολογίου. Για τα ανωτέρω πολύγωνα ή λωρίδες δεν απαιτείται η έκδοση του πιστοποιητικού της παρ. 4.

3. Μετά από την κύρωση του δασικού χάρτη, η οικεία Διεύθυνση Δασών προβαίνει σε κατάρτιση και τήρηση δασολογίου για τις δασικές εν γένει εκτάσεις των παρ. 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 που αποτυπώνονται σε αυτόν, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3208/2003 (Α’ 303). Σε περίπτωση αναμόρφωσης του δασικού χάρτη, κατ’ εφαρμογή της παρ. 1, το δασολόγιο ενημερώνεται ανάλογα.

4. Μετά από την κύρωση του δασικού χάρτη, κάθε μεταβίβαση, σύσταση, αλλοίωση και γενικά κάθε μεταβολή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που πραγματοποιείται με δικαιοπραξία εν ζωή, εξαιρουμένων των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας, στις δασικές εν γένει εκτάσεις της παρ. 1 του άρθρου 13, που περιλαμβάνονται σε αυτόν, είναι άκυρη και ανίσχυρη, αν δεν συνοδεύεται από σχετικό πιστοποιητικό της αρμόδιας υπηρεσίας της οικείας Διεύθυνσης Δασών, με το οποίο βεβαιώνεται ο χαρακτήρας της έκτασης. Το ανωτέρω πιστοποιητικό δεν εκδίδεται για περιοχές του δασικού χάρτη που δεν περιλαμβάνονται στις δασικές εν γένει εκτάσεις.

Ειδικά για εκτάσεις που έχουν περιληφθεί στην ανάρτηση ή στον κυρωμένο δασικό χάρτη, για τις οποίες έχουν γίνει δεκτές αντιρρήσεις ή αιτήματα αναμόρφωσης των ενδιαφερομένων αντίστοιχα, αντί για το ανωτέρω πιστοποιητικό στο σχετικό συμβόλαιο και μέχρι την αναμόρφωση του δασικού χάρτη προσαρτάται με ποινή ακυρότητας αντίγραφο της απόφασης της Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων ή της απόφασης έγκρισης της αναμόρφωσης του οικείου δασικού χάρτη με τον αριθμό διαδικτυακής ανάρτησης (Α.Δ.Α.) και με επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένων συντεταγμένων Ε.Γ.Σ.Α., επί του οποίου ο συντάκτης βεβαιώνει ότι το ακίνητο είναι αυτό, ως προς το οποίο έχουν γίνει δεκτές οι υποβληθείσες αντιρρήσεις ή το αίτημα αναμόρφωσης του οικείου δασικού χάρτη αντίστοιχα.

Για τη χορήγηση του πιστοποιητικού καταβάλλεται ειδικό τέλος υπέρ του εκδότη του πιστοποιητικού, του οποίου το ύψος, ο τρόπος καταβολής και είσπραξης και η διάθεση καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 22.

5. Στις εν ζωή δικαιοπραξίες, εξαιρουμένων των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας, που συντάσσουν οι συμβολαιογράφοι, που αφορούν στις δασικές εν γένει εκτάσεις που περιλαμβάνονται στον κυρωμένο δασικό χάρτη, υποχρεούνται να επισυνάπτουν τα πιστοποιητικά της προηγουμένης παραγράφου και να μνημονεύουν το περιεχόμενό τους. Για περιοχές που δεν περιλαμβάνονται στον δασικό χάρτη επειδή δεν αποτελούν δασικές εν γένει εκτάσεις της παρ. 1 του άρθρου 13, το πιστοποιητικό της προηγούμενης παραγράφου αντικαθίσταται από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (A’ 75) επί του τοπογραφικού διαγράμματος, που συνοδεύει τη σχετική πράξη του συμβολαιογράφου ή, αν δεν υφίσταται υποχρέωση εκπόνησης τοπογραφικού διαγράμματος, επί αποσπάσματος του δασικού χάρτη όπου απεικονίζεται το ακίνητο στο οποίο αφορά η συμβολαιογραφική πράξη και όπου εμφαίνονται οι συντεταγμένες των κορυφών του ακινήτου, με την οποία δηλώνεται υπευθύνως από τον αρμόδιο μηχανικό ότι το συγκεκριμένο ακίνητο δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Η συγκεκριμένη υπεύθυνη δήλωση πρέπει να μνημονεύεται στις δικαιοπραξίες εν ζωή που συντάσσονται από τους συμβολαιογράφους.

Δεν επιτρέπεται η εγγραφή ή η μεταγραφή των παραπάνω δικαιοπραξιών εν ζωή, εξαιρουμένων των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας, στα οικεία υποθηκοφυλακεία και κτηματολογικά γραφεία, αν δεν έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις των ανωτέρω παραγράφων.

6. Δυνατότητα χρήσης των στοιχείων του δασικού χάρτη είτε είναι αναρτημένος είτε κυρωμένος μερικά ή ολικά, παρέχεται σε κάθε δημόσια αρχή μέσω του ειδικού διαδικτυακού τόπου της παρ. 11 του άρθρου 13. Αν απαιτείται από κείμενες διατάξεις, εξαιρουμένης της διάταξης της παρ. 4, η βεβαίωση του δασικού εν γένει ή μη χαρακτήρα έκτασης ενώπιον του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α’ και β’ βαθμού και των υπηρεσιών και φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α’ 65), όπως εκάστοτε ισχύει, αυτή πραγματοποιείται με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 (A’ 75) επί του τοπογραφικού διαγράμματος, που αφορά το συγκεκριμένο ακίνητο από τον συντάκτη του. Στη δήλωση αναφέρεται υποχρεωτικά αν ο χαρακτηρισμός της έκτασης ως δασικής ή μη έχει προσωρινή ή οριστική ισχύ, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκεται ο δασικός χάρτης. Ειδικά για εκτάσεις ως προς τις οποίες έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εξέτασης των αντιρρήσεων των ενδιαφερομένων από τις Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων (ΕΠ.Ε.Α.) ή ως προς τις οποίες έχει εκδοθεί και έχει αναρτηθεί στο πρόγραμμα «Διαύγεια» απόφαση για την έγκριση της αναμόρφωσης του οικείου δασικού χάρτη, εφόσον απαιτείται η κατά τα ανωτέρω βεβαίωση του δασικού εν γένει ή μη χαρακτήρα, αντί της υπεύθυνης δήλωσης του προηγούμενου εδαφίου προσκομίζεται αντίγραφο της σχετικής απόφασης με τον Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης (Α.Δ.Α.) με επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένων συντεταγμένων Ε.Γ.Σ.Α., επί του οποίου ο συντάκτης του προσδιορίζει τα τμήματα ως προς τα οποία έχουν γίνει δεκτές οι υποβληθείσες αντιρρήσεις ή των οποίων έχει εγκριθεί η αναμόρφωση.».

Παρατάσεις δασικών προθεσμιών – Τροποποίηση άρθρου 52 ν. 4280/2014 (Άρθρο 96)

Στο άρθρο 52 του ν. 4280/2014 (Α’ 159), περί μεταβατικών διατάξεων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2, προστίθενται νέα εδάφια τρίτο και τέταρτο, β) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 7, οι λέξεις «, συνεχίζουν τη λειτουργία τους για μία τριετία από την έναρξη ισχύος του παρόντος, εντός της οποίας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας», γ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 8, το έτος «2025» αντικαθίσταται από το έτος «2027», δ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 9, οι λέξεις «2023, εντός του οποίου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας», ε) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 10, οι λέξεις «για διάστημα δύο (2) ετών από την ισχύ του παρόντος νόμου» αντικαθίστανται από τις λέξεις «μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027», στ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 12, οι λέξεις «τις 31.12.2025» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31.12.2027», ζ) στην παρ. 13, ζα) το δεύτερο εδάφιο καταργείται και ζβ) προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο, η) στο έβδομο εδάφιο της παρ. 14, οι λέξεις «8η Αυγούστου 2025» αντικαθίστανται από τις λέξεις «31η Δεκεμβρίου 2027», θ) στο πρώτο εδάφιο της παρ. 18, το έτος «2025» αντικαθίσταται από το έτος «2027», και, μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις, το άρθρο 52 διαμορφώνεται ως εξής:

«Άρθρο 52 Μεταβατικές διατάξεις

1. Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 998/1979 (Α’ 289), όπως αντικαθίσταται με την παρ. 5 του άρθρου 32, καταλαμβάνει και όσες υποθέσεις δεν ολοκληρώθηκαν, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο βρίσκονται, με εξαίρεση όσων διαθέτουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αποδεικτικό καταβολής τιμήματος εξαγοράς δικαιωμάτων διακατεχόμενης δασικής έκτασης για τις οποίες εκδίδεται απευθείας απόφαση του αρμόδιου Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατά το άρθρο 50 του ν. 998/1979, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 36 του παρόντος.

2. Υποθέσεις χαρακτηρισμού εκτάσεων του άρθρου 14 του ν. 998/1979, που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ενώπιον των προβλεπομένων από τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 998/1979, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της από την παρ. 2 του άρθρου 33 του παρόντος νόμου, Δευτεροβάθμιων Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων ολοκληρώνονται από τις Δευτεροβάθμιες Επιτροπές εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14, όπως αντικαθίσταται από το άρθρο 34 του παρόντος. Προϋπόθεση για την εξέταση των αντιρρήσεων που εκκρεμούν ενώπιον των Δευτεροβάθμιων Επιτροπών είναι η καταβολή υπέρ του Πράσινου Ταμείου του παραβόλου της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 998/1979, όπως το άρθρο αυτό αντικαθίσταται από το άρθρο 34 του παρόντος.

Η προθεσμία για την άσκηση αιτήσεων ακύρωσης κατά της τεκμηριωμένης απόρριψης από τις Δευτεροβάθμιες Επιτροπές Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων των κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος εκκρεμών ενώπιόν τους αιτήσεων χαρακτηρισμού εκτάσεων του άρθρου 14 του ν. 998/1979, άρχεται από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου. Αιτήσεις ακύρωσης που έχουν τυχόν ασκηθεί μέχρι την ανωτέρω προθεσμία, θεωρούνται νομίμως ασκηθείσες.

Οι διατάξεις περί αποζημίωσης της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 998/1979, όπως η παράγραφος αυτή αντικαθίσταται από την παρ. 2 άρθρου 33 του παρόντος, εφαρμόζονται αναλόγως και για τα μέλη των Δευτεροβάθμιων Επιτροπών.

3. Πράξεις χαρακτηρισμού του δασάρχη, που κοινοποιήθηκαν ήδη στον αιτούντα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, πρέπει επιμελεία παντός ενδιαφερομένου να υποβληθούν στη διαδικασία κοινοποιήσεων και δημοσιεύσεως της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 998/1979, όπως αντικαθίσταται από το άρθρο 34 του παρόντος νόμου.

4. Αποφάσεις εκδοθείσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με τις οποίες κηρύχθηκαν δάση ή δασικές εκτάσεις ως αναδασωτέα λόγω καταστροφής τους από πυρκαγιά ανακαλούνται υποχρεωτικά με πράξη του αρμόδιου οργάνου ως προς το τμήμα αυτών που η απώλεια της δασικής βλάστησής του, πριν από την καταστροφή του από πυρκαγιά, είχε εγκριθεί με την έκδοση της έγκρισης επέμβασης σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Έκτο του ν. 998/1979, όπως ισχύει. Ομοίως, ανακαλούνται λοιπές πράξεις της διοίκησης που τυχόν εκδόθηκαν για την προστασία των εκτάσεων της παρούσας παραγράφου, καθ’ ό μέρος αφορούν στο ανωτέρω τμήμα αυτών. Μέχρι την ολοκλήρωση της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ανάκληση της αναδάσωσης σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, δεν εκδίδονται διοικητικές πράξεις για την προστασία του τμήματος αυτού κατ’ εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας.

5. Υποθέσεις άρσης ή ανάκλησης πράξεων κήρυξης εκτάσεων ως αναδασωτέων, που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ενώπιον των Πρωτοβάθμιων Επιτροπών Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων συνεχίζονται από το στάδιο στο οποίο βρίσκονται και ολοκληρώνονται, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 44 του ν. 998/1979, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 3 του άρθρου 35 του παρόντος νόμου.

6. Οι αιτήσεις εξαγοράς της παρ. 6 του άρθρου 47 του ν. 998/1979, περί γεωργικής εκμετάλλευσης, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου, υποβάλλονται εντός προθεσμίας τριών (3) ετών, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί για ένα (1) ακόμα έτος με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

7. Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου, με την επιφύλαξη των παρ. 4 και 6 του άρθρου 45 του ν. 998/1979, έγκριση περιβαλλοντικών όρων ή υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (Π.Π.Δ.), σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και τα πιστοποιητικά από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ή την άδεια δόμησης, όπου απαιτούνται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4056/2012 (Α’ 52).

Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης, κήρυξής τους ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί, και, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις, οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία.

Τυχόν καταβληθέντα ποσά δεν επιστρέφονται ούτε συμψηφίζονται. Η συνέχιση της λειτουργίας των ανωτέρω εγκαταστάσεων απαγορεύεται στις περιπτώσεις που εκδοθεί, πλήρως αιτιολογημένη πράξη του προϊσταμένου του αρμόδιου δασαρχείου ή της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών, αν δεν υπάρχει δασαρχείο σε επίπεδο νομού, στην οποία διαπιστώνονται συνεχείς επεκτάσεις των ανωτέρω εγκαταστάσεων, κοπή ή εκχέρσωση δασικής βλάστησης, καθώς και κατασκευή κτιριακών εγκαταστάσεων, που δεν σχετίζονται με τη λειτουργία τους.

8. Χιονοδρομικά κέντρα, υφιστάμενες εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν τη λειτουργία χιονοδρομικών κέντρων, καθώς και υφιστάμενες ανεξάρτητες μηχανικές εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα, όπως κρεμαστοί ή σχοινοκίνητοι σχοινοσιδηρόδρομοι και παρεμφερή μέσα, που βρίσκονται σε εκτάσεις που διαχειρίζεται η δασική υπηρεσία και δεν έχουν την προβλεπόμενη από τη δασική νομοθεσία έγκριση, ακόμη και εάν δεν λειτουργούν, λαμβάνουν έως την 31η Δεκεμβρίου 2027, την έγκριση της παρ. 2 ή την πράξη της παρ. 6 του άρθρου 45 του ν. 998/1979. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και για τις εκτάσεις της κατηγορίας α’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 998/1979, με την επιφύλαξη της παρ. 15 του άρθρου 45 του ν. 998/1979. Στις ως άνω εκτάσεις επιτρέπεται και η επέκταση των χιονοδρομικών κέντρων και των εγκαταστάσεων που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 45 του ν. 998/1979. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης και κήρυξης των εκτάσεων ως αναδασωτέων, που έχουν εκδοθεί πριν την προβλεπόμενη από τη δασική νομοθεσία έγκριση. Εφόσον εκδοθεί η προβλεπόμενη από τη δασική υπηρεσία έγκριση ή πράξη της παρ. 6 του άρθρου 45 του ν. 998/1979, οι πράξεις παύουν να ισχύουν.

9. Έργα που εξυπηρετούν ανάγκες ύδρευσης, άρδευσης και αποχέτευσης, όπως δεξαμενές, γεωτρήσεις, υδρομαστεύσεις, δίκτυα αγωγών προσαγωγής, κέντρων επεξεργασίας λυμάτων, αγωγών ύδρευσης αποχέτευσης, καθώς και αθλητικές εγκαταστάσεις που κατασκευάστηκαν από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος σε εκτάσεις που προστατεύονται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας για κάλυψη των αναγκών τους, χωρίς την προβλεπομένη από τις εν λόγω διατάξεις άδεια, συνεχίζουν τη λειτουργία τους έως την 31η Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση της παρ. 2 του άρθρου 53 και της παρ. 1 του άρθρου 57 του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου, ή την πράξη της παρ. 6 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου και τις προβλεπόμενες από τη σχετική περί των υδάτων, λυμάτων και των αθλητικών εγκαταστάσεων νομοθεσία εγκρίσεις, αν από τη φύση των έργων επιβάλλεται η εφαρμογή της παραπάνω νομοθεσίας.

Τυχόν πράξεις της διοίκησης που εκδόθηκαν για την προστασία των παραπάνω εκτάσεων ανακαλούνται.

10. Κατασκηνώσεις που λειτουργούν χωρίς τις προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της δασικής, περιβαλλοντικής και πολεοδομικής νομοθεσίας, συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027, προκειμένου να εκδοθούν οι προβλεπόμενες άδειες, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και της παρ. 11.

Στις περιπτώσεις αυτές, η έγκριση επέμβασης του άρθρου 50 του ν. 998/1979, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου, εκδίδεται και επί εκτάσεων της κατηγορίας α’ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 998/1979, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 15 του άρθρου 45 του ν. 998/1979.

Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων κατεδάφισης και κήρυξης των εκτάσεων ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί και οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία, εφόσον εκδοθούν όλες οι απαιτούμενες διοικητικές πράξεις και εγκρίσεις. Για τις υφιστάμενες κατασκηνώσεις που έχουν ολοκληρώσει τη νομιμοποίηση υφιστάμενων κτισμάτων και έχουν πληρώσει το τίμημα εξαγοράς διακατεχόμενων δασών για τις οποίες εκκρεμεί έκδοση απόφασης εγκατάστασης εκδίδεται απευθείας απόφαση του αρμόδιου Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατά την παρ. 1.

11. Τα υφιστάμενα εντός των κατασκηνώσεων κτίσματα υπάγονται στις διατάξεις του ν. 4178/2013 (Α’ 174), κατά παρέκκλιση των προβλεπομένων στο άρθρο 2 αυτού, και στις διατάξεις των επόμενων εδαφίων της παρούσας παραγράφου. Για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τη νομιμοποίηση υφισταμένων κτισμάτων, που εξυπηρετούν τη λειτουργία κατασκηνώσεων, σε δημόσια και μη δάση και δασικές εκτάσεις εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 50 του ν. 998/1979, περί τροποποιήσεων των διατάξεων περί ελεγκτών δόμησης, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου. Για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και τη νομιμοποίηση υφιστάμενων κτισμάτων σε εκτάσεις εκτός σχεδίων πόλεων και εκτός ορίων νομίμως υφισταμένων οικισμών προ του 1923, εφαρμόζονται ανάλογα οι όροι δόμησης που καθορίζονται στα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2 του ως άνω άρθρου 50 του ν. 998/1979.

12. Για τα υφιστάμενα ορειβατικά καταφύγια τα οποία λειτουργούν χωρίς νόμιμη άδεια εκδίδεται μέχρι τις 31.12.2027 κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων των Υπουργείων Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Τουρισμού, υπό την προϋπόθεση έκδοσης διαπιστωτικής πράξης από το Πολεοδομικό Γραφείο της Ειδικής Υπηρεσίας Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων του Υπουργείου Τουρισμού, συνοδευόμενης από θεωρημένα τοπογραφικά διαγράμματα.

Όταν η αρμόδια δασική υπηρεσία βεβαιώνει ότι η έκταση δεν προστατεύεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, η απόφαση του πρώτου εδαφίου εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου Τουρισμού, μετά από την έκδοση διαπιστωτικής πράξης από το Πολεοδομικό Γραφείο της Ειδικής Υπηρεσίας Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων του Υπουργείου Τουρισμού. Όταν η αρμόδια δασική υπηρεσία βεβαιώνει ότι μέρος της έκτασης προστατεύεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, εκδίδεται, ομοίως, κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων των υπουργείων Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Τουρισμού, μετά από την έκδοση διαπιστωτικής πράξης από το Πολεοδομικό Γραφείο της Ειδικής Υπηρεσίας Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων του Υπουργείου Τουρισμού.

Στη διαπιστωτική πράξη αναφέρονται τα τοπογραφικά και τεχνικά στοιχεία του ορειβατικού καταφυγίου, η δυναμικότητά του, το καθεστώς λειτουργίας του, το καθεστώς που διέπει την περιοχή εγκατάστασής του, το ιδιοκτησιακό και προστατευτικό καθεστώς, καθώς και οι υποχρεώσεις του φορέα που διαχειρίζεται το ορειβατικό καταφύγιο σε σχέση με τη νόμιμη λειτουργία του. Για την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης απαιτείται σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών, η οποία μπορεί να θέτει όρους σχετικά με τη συντελεσθείσα επέμβαση και τις υποχρεώσεις του δικαιούχου. Διαπιστωτικές πράξεις που εκδόθηκαν, δυνάμει του άρθρου 40 του ν. 3105/2003 (Α’ 29), εξακολουθούν να ισχύουν και δύναται να συμπληρώνονται μετά από αίτηση του φορέα εκμετάλλευσης, αν διαπιστωθεί ότι υφίστανται σφάλματα ως προς: α) την αποτύπωση βάσει νεότερης καταμέτρησης γηπέδου και κτιρίων, β) την παράλειψη αποτύπωσης κτιρίων, βοηθητικών/ συνοδευτικών έργων, ακόμη και αν βρίσκονται εκτός του γηπέδου του ορειβατικού καταφυγίου, κατόπιν σύμφωνης γνώμης της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, γ) τη δυναμικότητα των υφιστάμενων κτιρίων, και δ) τη συμπλήρωση των στοιχείων του προηγούμενου εδαφίου που δεν έχουν περιληφθεί σε αυτές.

Για την έκδοση της απόφασης του πρώτου εδαφίου υποβάλλονται στην Ειδική Υπηρεσία Προώθησης και Αδειοδότησης Τουριστικών Επενδύσεων του Υπουργείου Τουρισμού: α) αίτηση του αναφερόμενου στη διαπιστωτική πράξη φορέα που διαχειρίζεται το ορειβατικό καταφύγιο, β) η οικεία διαπιστωτική πράξη, γ) τα τοπογραφικά διαγράμματα της συγκεκριμένης έκτασης με τις συντεταγμένες των κορυφών βασισμένες στο Εθνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς ΕΓΣΑ ’87, αρμοδίως θεωρημένα, που συνοδεύουν την αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη, στα οποία αποτυπώνονται οι υφιστάμενες εγκαταστάσεις και υποδομές.

Για την έκδοση της απόφασης του πρώτου εδαφίου λαμβάνονται υπόψη αιτήσεις και δικαιολογητικά νομιμοποίησης που έχουν υποβληθεί κατ’ εφαρμογή της παρ. 9 του άρθρου 40 του ν. 3105/2003.

Στην απόφαση του πρώτου εδαφίου περιγράφονται τα όρια, η θέση και το εμβαδό της έκτασης, αναγράφονται τα στοιχεία του δικαιούχου και ο σκοπός της επέμβασης και περιλαμβάνεται τεχνική περιγραφή των εγκαταστάσεων και υποδομών, καθώς και όροι σχετικά με τη συντελεσθείσα επέμβαση και τις υποχρεώσεις του δικαιούχου, προσαρτάται δε το τοπογραφικό διάγραμμα, αρμοδίως θεωρημένο, που συνοδεύει την αντίστοιχη διαπιστωτική πράξη. Η απόφαση επέχει θέση οικοδομικής άδειας και έγκρισης επέμβασης του άρθρου 45 του ν. 998/1979, ενώ για την έκδοσή της, καθώς και για την έκδοση Ειδικού Σήματος Λειτουργίας των ορειβατικών καταφυγίων, δεν απαιτείται η υπαγωγή σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (Π.Π.Δ.) ή έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Α.Ε.Π.Ο.).

Ορειβατικά καταφύγια για τα οποία εκδίδεται η απόφαση του πρώτου εδαφίου εξαιρούνται από την υποχρέωση αναδάσωσης ή δάσωσης και καταβολής ανταλλάγματος χρήσης.

Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής, επιβολής προστίμων, κατεδάφισης και κήρυξης των εκτάσεων ως αναδασωτέων, που τυχόν έχουν εκδοθεί και οι πράξεις αυτές ανακαλούνται από τη δασική υπηρεσία, εφόσον εκδοθεί η απόφαση και το Ειδικό Σήμα Λειτουργίας του πρώτου εδαφίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Τουρισμού, καθορίζεται ο κανονισμός λειτουργίας των ορειβατικών καταφυγίων.

13. Αποφάσεις που εκδόθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 66 του ν. 998/1979, περί δενδροκομικής εκμετάλλευσης καστανοτεμαχίων, και 16 του ν. 1734/1987 (Α’ 189) εξακολουθούν να ισχύουν με τους όρους και τις προϋποθέσεις έκδοσης τους. Καστανοτεμάχια που παραχωρήθηκαν προσωρινά με τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία οριστικής παραχώρησής τους επειδή δεν πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου ο σκοπός της παραχώρησης, καταβλήθη κε όμως εν όλω ή εν μέρει το τίμημα, παραχωρούνται με οριστικό τίτλο μέσα σε ένα (1) έτος από την ισχύ του παρόντος νόμου στους νόμιμους δικαιούχους ή στους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους τους με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, υπό τον όρο ότι διατηρείται η μορφή του καστανεώνα και συνεχίζεται η δενδροκομική εκμετάλλευση, με εξημέρωση των καστανόδενδρων και ότι καταβάλλεται το υπόλοιπο του τιμήματος, εφόσον υφίσταται τέτοια εκκρεμότητα. Κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται για την ισχύ των παραπάνω αποφάσεων, οι δικαιούχοι, προς τους οποίους έχει μεταβιβασθεί το δικαίωμα, να είναι κατά κύριο επάγγελμα γεωργοί ή κτηνοτρόφοι.

14. Τουριστικές εγκαταστάσεις σε ακίνητα δασικού χαρακτήρα του Ελληνικού Δημοσίου ή του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), που έχουν οποτεδήποτε παραχωρηθεί σε αυτόν για τουριστική αξιοποίηση καθ’ οιονδήποτε τρόπο και ανεγέρθηκαν από τον Ε.Ο.Τ. ή την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.) Α.Ε. ή τρίτο, στον οποίο παραχωρήθηκαν τα δικαιώματα τουριστικής αξιοποίησης, θεωρούνται νομίμως υφιστάμενες. Για τη νομιμότητα των εγκαταστάσεων αυτών εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα Ε.Ο.Τ., με τη διαδικασία που καθορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2160/1993 (Α’ 118). Με την έκδοση της ανωτέρω πράξης οι εγκαταστάσεις, όπως αυτές περιγράφονται και αποτυπώνονται στο διάγραμμα που τη συνοδεύει, θεωρείται ότι πληρούν όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση οικοδομικής άδειας επισκευής, συντήρησης και εκσυγχρονισμού και οι αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες υποχρεούνται στη χορήγηση των σχετικών αδειών και εγκρίσεων χωρίς να απαιτείται η έκδοση βεβαίωσης από τον οικείο δασάρχη. Για την περιβαλλοντική αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων εντός του περιγραφόμενου περιτυπώματος υφιστάμενου κτιρίου, για το οποίο εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Γενικού Γραμματέα Ε.Ο.Τ., δεν απαιτείται η γνωμοδότηση του οικείου Δασάρχη. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις ακινήτων, για τα οποία ήδη έχει εκδοθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου σχετική διαπιστωτική πράξη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2160/1993.

Ως προς την περαιτέρω τουριστική αξιοποίηση των ως άνω ακινήτων εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 1, 2, 3, 4 της περ. δ) του άρθρου 49 του ν. 998/1979, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου.

Οργανωμένες Τουριστικές Κατασκηνώσεις (campings) της υποπερ. ββ) της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 (Α’ 155), που δεν ανήκουν στις περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου και λειτουργούν σε εκτάσεις που υπάγονται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας και δεν έχουν την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές έγκριση, οφείλουν να λάβουν έως την 31η Δεκεμβρίου 2027 την πράξη της παρ. 6 του άρθρου 45 του ν. 998/1979. Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς των διοικητικών πράξεων αποβολής και επιβολής προστίμων κατεδάφισης, που τυχόν έχουν εκδοθεί και οι πράξεις αυτές παύουν να ισχύουν, εφόσον εκδοθεί η πράξη της παρ. 6 του άρθρου 45 του ν. 998/1979.

15. Στις διατάξεις του άρθρου 67 του ν. 998/1979, όπως το άρθρο αυτό αντικαθίσταται με το άρθρο 39 του παρόντος νόμου, υπάγονται και οι εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, υποθέσεις του άρθρου 12 του ν. 3208/2003 (Α’ 303).

16. Κοιμητήρια υφιστάμενα, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις της απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών υπό στοιχεία Α5/2010/10.5.1978 «Περί όρων ιδρύσεως κοιμητηρίων» (Β’ 424), με τις απαραίτητες εγκαταστάσεις τους σε εκτάσεις δασικού χαρακτήρα θεωρούνται νομίμως υφιστάμενα. Τα όρια της έκτασης που καταλαμβάνουν αποτυπώνονται με μέριμνα του οικείου δήμου και ελέγχονται από την αρμόδια δασική υπηρεσία. Για τη νομιμότητα αυτών εκδίδεται σχετική διαπιστωτική πράξη από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης. Τυχόν πράξεις της διοίκησης για την προστασία των ανωτέρω εκτάσεων ανακαλούνται αυτοδίκαια.

Η επέκταση των ανωτέρω νεκροταφείων επιτρέπεται, εφόσον από ειδική μελέτη προκύπτει η αδυναμία εξασφάλισης κατάλληλου για τον σκοπό αυτόν άλλου χώρου και μετά από εκπόνηση περιβαλλοντικής μελέτης, μελέτης γεωλογικής καταλληλότητας και υδρογεωτεχνικής μελέτης.

17. Κάθε διαδικασία διοικητικής αναγνώρισης της ιδιοκτησίας των δασών και των δασικών εκτάσεων του πρώτου εδαφίου και των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 15 του ν. 3208/2003, το οποίο δεύτερο εδάφιο προστέθηκε στο άρθρο αυτό με την παρ. 9 του άρθρου 43 του παρόντος νόμου, καθώς και οι σχετικές με την ιδιοκτησία εκκρεμείς δίκες σε αντιδικία με το Δημόσιο καταργούνται. Πρωτόκολλα Διοικητικής Αποβολής που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου και αναφέρονται στις παραπάνω εκτάσεις ανακαλούνται από τότε που εκδόθηκαν.

18. Η παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3208/2003, πλην του τελευταίου εδαφίου της, καθώς επίσης και η παρ. 3 του ιδίου άρθρου καταργούνται μετά από την έναρξη των εργασιών σύνταξης δασολογίου της οικείας περιφερειακής ενότητας και πάντως όχι πέραν της 31ης.12.2027. Μετά από την πάροδο της προθεσμίας αυτής για τις οριστικά παραχωρηθείσες εκτάσεις ισχύουν οι όροι των παραχωρητηρίων.

19. Δημόσιες δασικές εκτάσεις που παραχωρήθηκαν σε δήμους και κοινότητες κατά τις διατάξεις του άρθρου 193 του ν. 4173/1929 (Α’ 205), όσο ίσχυε, με οριστικά παραχωρητήρια, προς εγκατάσταση των δικαιούχων κατοίκων τους ή των καθολικών διαδόχων τους, παραχωρούνται σε αυτούς, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραπάνω άρθρου όπως ίσχυσε, μέσα σε προθεσμία τριών (3) ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, μετά από διαπιστωτική πράξη του αρμόδιου οργάνου.

20. Φυτώρια που λειτουργούν νόμιμα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος συνεχίζουν τη λειτουργία τους για μία διετία από την έκδοση της υπουργικής απόφασης που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 51 του ν.δ. 86/1969 (Α’ 7), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 45 του παρόντος νόμου, εντός της οποίας οφείλουν να λάβουν την προβλεπόμενη στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου 51 του ν.δ. 86/1969, άδεια. Μέχρι την ολοκλήρωση των προσωρινών διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης της παρ. 3 του άρθρου 103 του ν.δ. 86/1969, όπως ισχύει, η βοσκή ασκείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 60 του ν. 4264/2014 (Α’ 118) ή, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 4061/2012 (Α’ 66), εφόσον οι εκτάσεις υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του.

21. Το προεδρικό διάταγμα, που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 998/1979, όπως το εδάφιο αυτό προστίθεται στην παρ. 1 με την παρ. 2 του άρθρου 32 του παρόντος νόμου, εκδίδεται εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

22. Μέχρι την κατάρτιση των δασικών χαρτών, για τις εκτάσεις που έχουν χαρακτηρισθεί τελεσιδίκως ως υπαγόμενες στις παρ. 6β ή 6γ του άρθρου 3 του ν. 998/1979 και ρυθμίζονταν, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4280/2014, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από την οικεία δασική αρχή, κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε έχοντος έννομο συμφέρον ή αυτεπαγγέλτως από τον οικείο δασάρχη, προκειμένου να προσδιορισθούν εννοιολογικά οι ανωτέρω εκτάσεις και να διακριθούν αντιστοίχως, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 32/2016 (Α’ 46). Η διαπιστωτική πράξη, εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή της, αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του εδαφίου τρίτου της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με την ανάρτηση της πράξης στον ειδικό αυτό τόπο, η οποία αντιστοιχεί με επιβαλλόμενη από τον νόμο δημοσίευση, τεκμαίρεται η πλήρης γνώση για κάθε ενδιαφερόμενο τρίτο, προκειμένου να ασκήσει οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα.

Η υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, η διαδικασία έκδοσης της ανωτέρω πράξης του δασάρχη, καθώς και η προθεσμία άσκησης και η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων κατ’ αυτής δεν αναστέλλει την πρόοδο της κατάρτισης, θεώρησης και κύρωσης των δασικών χαρτών, εφαρμοζομένων ως προς την αναμόρφωση του οικείου δασικού χάρτη των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 3889/2010 (Α’ 182).

23. Μέχρι την κατάρτιση των δασικών χαρτών, για τις εκτάσεις που έχουν χαρακτηρισθεί τελεσιδίκως ως υπαγόμενες στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας πριν από τις 8.8.2014 και είναι τεχνητές δασικές φυτείες της περ. γ) της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από την οικεία δασική αρχή κατόπιν αιτήματος των ιδιοκτητών των εκτάσεων ή αυτεπαγγέλτως από τον οικείο δασάρχη, προκειμένου να προσδιορισθούν ως τεχνητές δασικές φυτείες που δημιουργούνται από τους ιδιοκτήτες τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περ. γ) της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Η διαπιστωτική πράξη αναρτάται εντός δέκα (10) ημερών από την έκδοσή της στον διαδικτυακό τόπο του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Η πλήρης γνώση για κάθε ενδιαφερόμενο τρίτο, προκειμένου αυτός να ασκήσει οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα κατά της ανωτέρω πράξης, τεκμαίρεται από την ανάρτηση αυτής στον διαδικτυακό τόπο, αποκλεισμένης της εφαρμογής ειδικότερων διατάξεων περί δημοσίευσης.

Η υποβολή της αίτησης του πρώτου εδαφίου, η διαδικασία έκδοσης της ανωτέρω πράξης του δασάρχη, καθώς και η προθεσμία άσκησης και η άσκηση ενδίκων βοηθημάτων και μέσων κατ’ αυτής δεν αναστέλλει την πρόοδο της κατάρτισης, θεώρησης και κύρωσης των δασικών χαρτών, εφαρμοζομένων ως προς την αναμόρφωση του οικείου δασικού χάρτη των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 3889/2010 (Α’ 182).».