Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Κτηματολόγιο: τι ισχύει για πώληση, κληρονομιά, δωρεά, γονική παροχή δασικών ακινήτων

 Για τη μεταβίβαση ακινήτου που εμπίπτει στη δασική νομοθεσία εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες ανάλογα με τον χαρακτηρισμό του στον κυρωμένο δασικό χάρτη, το είδος της έκτασης, την ύπαρξη ή όχι πυρκαγιάς, την κατάτμηση της δασικής ιδιοκτησίας και τυχόν διεκδίκηση δικαιώματος από το Δημόσιο.

 Παραθέτω

Το Εγχειρίδιο Ενιαίων Κανόνων Νομικού Ελέγχου του Ελληνικού Κτηματολογίου προσδιορίζει για κάθε περίπτωση τα πιστοποιητικά, τις δηλώσεις και τις άδειες που πρέπει να συνοδεύουν τη συμβολαιογραφική πράξη ώστε αυτή να μπορεί να καταχωριστεί στα κτηματολογικά βιβλία.

Το Εγχειρίδιο περιλαμβάνει αυτοτελείς κανόνες για αγοραπωλησία, γονική παροχή, δωρεά εν ζωή, αποδοχή κληρονομίας, σύσταση και τροποποίηση οριζόντιας ιδιοκτησίας, ανταλλαγή, καθώς και πράξεις προσημείωσης και υποθήκης. Η ειδική ενότητα της δασικής νομοθεσίας εφαρμόζεται με διαφορετικό εύρος ανάλογα με το είδος της εγγραπτέας πράξης.

Στο μεταξύ χιλιάδες ιδιοκτήτες σε ολόκληρη τη χώρα βρίσκονται αντιμέτωποι με έναν νέο κύκλο διοικητικών, τεχνικών και δικαστικών διαδικασιών για να αποδείξουν ότι ακίνητα που κατέχουν επί χρόνια ή δεκαετίες δεν είναι «αγνώστου ιδιοκτήτη», δεν ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο ή δεν πρέπει να εμφανίζονται ως δασικές εκτάσεις.

Κυρωμένος δασικός χάρτης: το πρώτο στοιχείο που καθορίζει ποιο έγγραφο χρειάζεται

Για αγροτεμάχια σε περιοχές όπου έχει κυρωθεί ο δασικός χάρτης εφαρμόζεται το άρθρο 20 παρ. 4 και 5 του ν. 3889/2010. Ο χαρακτηρισμός του ακινήτου στον χάρτη καθορίζει αν απαιτείται πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών, απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων με τοπογραφικό διάγραμμα ή υπεύθυνη δήλωση μηχανικού.

Το Εγχειρίδιο παραθέτει τη νομοθετική πρόβλεψη: «Μετά την κύρωση του δασικού χάρτη κάθε μεταβίβαση, σύσταση, αλλοίωση και γενικά κάθε μεταβολή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων, που πραγματοποιείται με δικαιοπραξία εν ζωή, εξαιρουμένων των δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας […] είναι άκυρη και ανίσχυρη, αν δεν συνοδεύεται από σχετικό πιστοποιητικό της αρμόδιας υπηρεσίας της οικείας Διεύθυνσης Δασών».

Ακίνητο που χαρακτηρίζεται δασικό: απαιτείται πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών

Όταν το ακίνητο περιλαμβάνεται στον κυρωμένο δασικό χάρτη στις δασικές εν γένει εκτάσεις, απαιτείται πιστοποιητικό της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών, με το οποίο βεβαιώνεται ο χαρακτήρας της έκτασης.

Ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να επισυνάψει το πιστοποιητικό στη δικαιοπραξία εν ζωή και να μνημονεύσει το περιεχόμενό του στο συμβόλαιο.

Το πιστοποιητικό της αρμόδιας Διεύθυνσης Δασών είναι απαραίτητο, καθώς προβλέπεται ότι χωρίς την επισύναψή του και τη μνεία του στο συμβόλαιο από τον συμβολαιογράφο και χωρίς την τήρηση της σχετικής διαδικασίας δεν επιτρέπεται η εγγραφή ή μεταγραφή της δικαιοπραξίας στο Κτηματολογικό Γραφείο.

Αν έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις στον δασικό χάρτη: χρειάζεται η απόφαση και νέο τοπογραφικό

Για έκταση που είχε περιληφθεί στην ανάρτηση του δασικού χάρτη και για την οποία έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις του ενδιαφερομένου, το πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών αντικαθίσταται από συγκεκριμένα έγγραφα.

Στο συμβόλαιο προσαρτάται αντίγραφο της απόφασης αποδοχής των αντιρρήσεων με τον Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης (ΑΔΑ) και τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένων συντεταγμένων ΕΓΣΑ ’87.

Στο τοπογραφικό ο συντάκτης βεβαιώνει ότι το ακίνητο που μεταβιβάζεται είναι το ίδιο ακίνητο για το οποίο έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις.

Το φύλλο ελέγχου του Κτηματολογίου παραπέμπει ειδικά στο «άρθρο 48 παρ. 8α ν. 4685/2020» και αναγράφει ως απαιτούμενα «Αντίγραφο απόφασης & τοπογραφικό διάγραμμα».

Ακίνητο που δεν είναι δασικό: απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού

Για έκταση που δεν περιλαμβάνεται στον κυρωμένο δασικό χάρτη στις δασικές εν γένει εκτάσεις δεν εκδίδεται πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 3889/2010 και απαιτείται υπεύθυνη δήλωση του αρμόδιου μηχανικού.

Η δήλωση συντάσσεται πάνω στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει τη συμβολαιογραφική πράξη. Αν δεν υπάρχει υποχρέωση σύνταξης τοπογραφικού διαγράμματος, η δήλωση τίθεται σε απόσπασμα του δασικού χάρτη, στο οποίο απεικονίζεται το ακίνητο και εμφανίζονται οι συντεταγμένες των κορυφών του.

Ο μηχανικός δηλώνει ότι:

«το συγκεκριμένο ακίνητο δεν εμπίπτει στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας».

Η υπεύθυνη δήλωση μνημονεύεται στο συμβόλαιο και η τήρηση της διαδικασίας αποτελεί προϋπόθεση για την εγγραφή ή μεταγραφή της δικαιοπραξίας στο Κτηματολόγιο.

Ιδιωτικό δάσος ή δασική έκταση: απαιτείται και έλεγχος για πυρκαγιά

Για μεταβίβαση ιδιωτικού δάσους ή ιδιωτικής δασικής έκτασης εφαρμόζεται επιπλέον το άρθρο 35 του ν. 998/1979 και απαιτείται πιστοποιητικό ακαΐας.

Το Εγχειρίδιο παραπέμπει στην υπ’ αριθ. 87688/1916/29 Ιουνίου–4 Αυγούστου 1987 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (Β΄ 395), σύμφωνα με την οποία ο αρμόδιος δασάρχης χορηγεί πιστοποιητικό για το εάν το μεταβιβαζόμενο ιδιωτικό δάσος ή η δασική έκταση έχει καταστραφεί, ολικά ή μερικά, από πυρκαγιά μετά τις 11 Ιουνίου 1975.

Όταν έχει σημειωθεί πυρκαγιά, το πιστοποιητικό συνοδεύεται από σχεδιάγραμμα στο οποίο αποτυπώνεται το τμήμα που καταστράφηκε και η ημερομηνία της καταστροφής.

Καμένο ιδιωτικό δάσος: ολόκληρη η έκταση μπορεί να μεταβιβαστεί, όχι όμως σε κατάτμηση για 30 χρόνια

Το άρθρο 35 του ν. 998/1979 προβλέπει ειδικό καθεστώς για ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν από πυρκαγιά.

Ιδιωτικό δάσος ή δασική έκταση που καταστράφηκε από πυρκαγιά από τις 11 Ιουνίου 1975 και μετά δεν μεταβιβάζεται σε κατάτμηση ούτε κατά ιδανικά μερίδια για χρονικό διάστημα 30 ετών από την καταστροφή.

Η υπ’ αριθ. 87688/1916/1987 υπουργική απόφαση διευκρινίζει ότι επιτρέπεται η μεταβίβαση όταν αφορά ολόκληρο το δάσος ή ολόκληρη τη δασική έκταση και όχι τμήμα ή ιδανικό μερίδιό της.

Το πιστοποιητικό της αρμόδιας δασικής αρχής προσαρτάται στη δικαιοπραξία. Το άρθρο 35 προβλέπει ότι χωρίς αυτό η δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Οι ίδιοι κανόνες για τα καμένα ιδιωτικά δάση ισχύουν και στα προσύμφωνα

Οι διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 998/1979 εφαρμόζονται και στα προσύμφωνα μεταβίβασης ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων.

Το Εγχειρίδιο αναφέρει ρητά:  «Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και επί προσυμφώνων μεταβίβασης ιδιωτικών δασών και δασικών εκτάσεων».

Η τήρηση της διαδικασίας αφορά επομένως τόσο το οριστικό συμβόλαιο όσο και το προσύμφωνο στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη διάταξη.

Κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας: απαιτείται προηγούμενη άδεια

Για την κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας εφαρμόζεται το άρθρο 60 παρ. 1 του ν.δ. 86/1969.

Η διάταξη προβλέπει: «Απαγορεύεται η κατάτμησις της δασικής ιδιοκτησίας, είτε δια διανομής μεταξύ των εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτητών ή διακατόχων, είτε δια πωλήσεως ή οιασδήποτε άλλης πράξεως, άνευ προηγουμένης αδείας του Υπουργού Γεωργίας».

Η απαιτούμενη άδεια προσαρτάται στη συμβολαιογραφική πράξη και μνημονεύεται σε αυτή. Η δικαιοπραξία που πραγματοποιείται χωρίς την προβλεπόμενη άδεια είναι απολύτως άκυρη.

Ο κανόνας για την κατάτμηση εφαρμόζεται και σε δικαιώματα τρίτων σε δημόσια δάση

Το άρθρο 60 παρ. 1 προβλέπει ότι η ίδια ρύθμιση εφαρμόζεται αναλόγως και σε δημόσια δάση στα οποία τρίτοι ασκούν περιορισμένα δικαιώματα δουλείας, όπως δικαιώματα ρητινοσυλλογής ή βοσκής.

Συνεπώς, όπου η πράξη έχει ως αποτέλεσμα κατάτμηση δικαιώματος που εμπίπτει στη συγκεκριμένη διάταξη, εφαρμόζεται η προβλεπόμενη διαδικασία προηγούμενης άδειας.

Ποιες μεταβιβάσεις δεν θεωρούνται κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας

Το άρθρο 60 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969 προσδιορίζει συγκεκριμένες περιπτώσεις που δεν συνιστούν κατάτμηση.

Δεν αποτελεί κατάτμηση:

η μεταβίβαση αυτοτελών ιδιωτικών δασοτεμαχίων που δεν συνορεύουν μεταξύ τους,

η μεταβίβαση ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης,

η κατασκευή δρόμων, αντιπυρικών ζωνών και άλλων τεχνικών έργων μέσα σε δάση και δασικές εκτάσεις,

οι νομίμως κηρυσσόμενες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις,

καθώς και η μεταβίβαση των αγροτικών εκτάσεων ενός ευρύτερου κτήματος που περιλαμβάνει και δασικές εκτάσεις.

Για την τελευταία περίπτωση η νομοθεσία ορίζει ότι η μεταβίβαση των αγροτικών εκτάσεων χωρίς την άδεια της παρ. 1 δεν αποτελεί παράνομη κατάτμηση, ανεξάρτητα από το εάν τα τμήματα που προκύπτουν είναι άρτια και οικοδομήσιμα.

Δάσος ή δασική έκταση: απαιτείται δήλωση για τυχόν διεκδίκηση του Δημοσίου

Για μεταβίβαση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος επί δάσους ή δασικής έκτασης εφαρμόζεται και το άρθρο 280 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969.

Ο μεταβιβάζων υποχρεούται να προσκομίσει στον συμβολαιογράφο δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι:

◊ είτε το Δημόσιο ουδέποτε διεκδίκησε κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί της έκτασης,

◊ είτε, εφόσον είχε υπάρξει διεκδίκηση ή αμφισβήτηση, το δικαίωμα του μεταβιβάζοντος έχει κριθεί έναντι του Δημοσίου με απόφαση της Διοίκησης ή με οριστική και τελεσίδικη απόφαση των τακτικών δικαστηρίων.

Η δήλωση απαιτείται τόσο κατά την κατάρτιση τυχόν προσυμφώνου όσο και κατά την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου και ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να κάνει μνεία της στο συμβόλαιο.

Όταν υπάρχει διεκδίκηση του Δημοσίου, δεν συντάσσεται το συμβόλαιο

Όταν στη δήλωση του μεταβιβάζοντος αναφέρεται ότι υπάρχει διεκδίκηση ή αμφισβήτηση του Δημοσίου επί του δάσους ή της δασικής έκτασης, ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να απέχει από τη σύνταξη του συμβολαίου.

Η σύνταξη της πράξης προϋποθέτει επομένως είτε τη δήλωση ότι δεν υπήρξε διεκδίκηση είτε, όταν είχε υπάρξει, την ύπαρξη απόφασης της Διοίκησης ή οριστικής και τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που έχει κρίνει το δικαίωμα έναντι του Δημοσίου.

Αγοραπωλησία δασικού ακινήτου: ποια έγγραφα ελέγχει το Κτηματολόγιο

Για την αγοραπωλησία το φύλλο ελέγχου του Ελληνικού Κτηματολογίου συγκεντρώνει τέσσερις βασικές κατηγορίες ελέγχου της δασικής νομοθεσίας.

Σε ακίνητο που βρίσκεται σε κυρωμένο δασικό χάρτη ελέγχεται, ανάλογα με τον χαρακτηρισμό του, το πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών, η απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων μαζί με το τοπογραφικό ή η υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού.

Για ιδιωτικό δάσος ή δασική έκταση ελέγχεται επίσης το πιστοποιητικό ακαΐας.

Όταν η πράξη αποτελεί κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας ελέγχεται η απαιτούμενη προηγούμενη άδεια.

Για τη μεταβίβαση δάσους ή δασικής έκτασης ελέγχεται και η υπεύθυνη δήλωση του μεταβιβάζοντος κατά το άρθρο 280 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969.

Γονική παροχή δασικού ακινήτου: εφαρμόζονται οι ίδιοι ειδικοί έλεγχοι

Η γονική παροχή αποτελεί δικαιοπραξία εν ζωή και στο Εγχειρίδιο υπάγεται στους ειδικούς ελέγχους της δασικής νομοθεσίας.

Ανάλογα με το ακίνητο απαιτείται το πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών ή η απόφαση επί αντιρρήσεων ή η υπεύθυνη δήλωση μηχανικού. Για ιδιωτικό δάσος εφαρμόζεται το πιστοποιητικό ακαΐας, για κατάτμηση εφαρμόζεται το άρθρο 60 και για μεταβίβαση εμπράγματου δικαιώματος επί δάσους ή δασικής έκτασης εφαρμόζεται η δήλωση του άρθρου 280 παρ. 3.

Δωρεά εν ζωή: εφαρμόζεται το πλήρες πλαίσιο της δασικής νομοθεσίας

Στη δωρεά εν ζωή το Εγχειρίδιο προβλέπει τους ίδιους βασικούς ελέγχους.

-Για τον κυρωμένο δασικό χάρτη εφαρμόζεται το άρθρο 20 παρ. 4 και 5 του ν. 3889/2010.

-Για ιδιωτικά δάση εφαρμόζεται το άρθρο 35 του ν. 998/1979 για το πιστοποιητικό ακαΐας.

-Για την κατάτμηση εφαρμόζεται το άρθρο 60 του ν.δ. 86/1969 και για τη δήλωση περί δικαιωμάτων του Δημοσίου εφαρμόζεται το άρθρο 280 παρ. 3 του ίδιου νομοθετικού διατάγματος.

Το άρθρο 280 αναφέρεται ρητά σε μεταβιβάσεις λόγω «πωλήσεως, δωρεάς […] ή ετέρας πράξεως εν ζωή».

Ανταλλαγή δασικών ακινήτων: εφαρμόζονται οι αντίστοιχοι έλεγχοι

Η ανταλλαγή αποτελεί αυτοτελή κατηγορία εγγραπτέας πράξης στο Εγχειρίδιο και περιλαμβάνει ειδική ενότητα δασικής νομοθεσίας.

Το σχετικό φύλλο ελέγχου περιλαμβάνει τον κυρωμένο δασικό χάρτη και τα αντίστοιχα δικαιολογητικά, το πιστοποιητικό ακαΐας για ιδιωτικό δάσος ή δασική έκταση, την άδεια του άρθρου 60 όπου υπάρχει κατάτμηση και την υπεύθυνη δήλωση του μεταβιβάζοντος κατά το άρθρο 280 παρ. 3.

Σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας: τι ελέγχεται από τη δασική νομοθεσία

Στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας το Εγχειρίδιο προβλέπει ειδικό δασικό έλεγχο που αφορά τον κυρωμένο δασικό χάρτη.

-Για δασική εν γένει έκταση απαιτείται πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών.

-Για έκταση για την οποία έγιναν δεκτές αντιρρήσεις απαιτείται η σχετική απόφαση με ΑΔΑ και το προβλεπόμενο τοπογραφικό διάγραμμα.

-Για έκταση που δεν εμπίπτει στις δασικές εν γένει εκτάσεις απαιτείται η υπεύθυνη δήλωση του αρμόδιου μηχανικού.

Το Εγχειρίδιο δεν εντάσσει στο συγκεκριμένο φύλλο ελέγχου τα πρόσθετα στοιχεία του πιστοποιητικού ακαΐας, της άδειας κατάτμησης και της δήλωσης του άρθρου 280 που προβλέπονται στα φύλλα ελέγχου των μεταβιβαστικών πράξεων.

Τροποποίηση οριζόντιας ιδιοκτησίας: ελέγχεται επίσης ο κυρωμένος δασικός χάρτης

Στην τροποποίηση σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας εφαρμόζεται επίσης ο έλεγχος του άρθρου 20 παρ. 4 και 5 του ν. 3889/2010.

Ανάλογα με τον χαρακτηρισμό απαιτείται πιστοποιητικό της Διεύθυνσης Δασών, απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων με τοπογραφικό ή υπεύθυνη δήλωση μηχανικού.

Η υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού μνημονεύεται στη συμβολαιογραφική πράξη και χωρίς την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 20 δεν επιτρέπεται η εγγραφή ή μεταγραφή της πράξης στο Κτηματολόγιο.

Αποδοχή κληρονομίας: δεν εφαρμόζονται οι απαιτήσεις του άρθρου 20 για τις δικαιοπραξίες εν ζωή

Η αποδοχή κληρονομίας αντιμετωπίζεται διαφορετικά από τις μεταβιβάσεις εν ζωή. Το άρθρο 20 παρ. 4 και 5 του ν. 3889/2010 εξαιρεί ρητά τις δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας από τις υποχρεώσεις που ισχύουν για τις δικαιοπραξίες εν ζωή.

Η διάκριση αποτυπώνεται και στο Εγχειρίδιο. Στο κεφάλαιο της αποδοχής κληρονομίας δεν υπάρχει αυτοτελής υποενότητα «Δασική Νομοθεσία», ενώ το αντίστοιχο φύλλο ελέγχου περιλαμβάνει ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος.

Οι ποινικές συνέπειες που προβλέπει η δασική νομοθεσία

Το Εγχειρίδιο παραθέτει και τις κυρώσεις που προβλέπουν οι σχετικές δασικές διατάξεις όταν δεν τηρούνται οι απαιτούμενες διατυπώσεις.

Το άρθρο 35 του ν. 998/1979 προβλέπει για συμβολαιογράφο που συντάσσει πράξη μεταβίβασης ή προσύμφωνο ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης χωρίς τις απαιτούμενες διατυπώσεις, καθώς και για τους συμβαλλομένους και τους πληρεξουσίους τους, τις ποινικές κυρώσεις που αναφέρονται στη διάταξη.

Αντίστοιχα, το άρθρο 280 παρ. 3 του ν.δ. 86/1969 προβλέπει ποινικές συνέπειες για τη σύνταξη μεταβιβαστικής πράξης επί δάσους ή δασικής έκτασης χωρίς την τήρηση των απαιτήσεων της συγκεκριμένης διάταξης.

Τι πρέπει να έχει ελεγχθεί πριν από τη μεταβίβαση

Πριν από τη σύνταξη συμβολαίου για ακίνητο που συνδέεται με τη δασική νομοθεσία πρέπει να έχει προσδιοριστεί:

ο χαρακτηρισμός του ακινήτου στον κυρωμένο δασικό χάρτη,

αν έχουν υποβληθεί και γίνει δεκτές αντιρρήσεις,

αν πρόκειται για ιδιωτικό δάσος ή δασική έκταση,

αν έχει σημειωθεί πυρκαγιά και πότε,

αν η πράξη συνιστά κατάτμηση δασικής ιδιοκτησίας,

αν πρόκειται για περίπτωση που εξαιρείται από την έννοια της κατάτμησης, και

αν το Δημόσιο έχει διεκδικήσει ή αμφισβητήσει κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί της έκτασης.

Από αυτά τα στοιχεία προσδιορίζεται αν απαιτείται πιστοποιητικό Διεύθυνσης Δασών, απόφαση αποδοχής αντιρρήσεων και τοπογραφικό, υπεύθυνη δήλωση μηχανικού, πιστοποιητικό ακαΐας, άδεια κατάτμησης ή δήλωση του μεταβιβάζοντος για τυχόν διεκδίκηση του Δημοσίου.

Το φύλλο ελέγχου του Ελληνικού Κτηματολογίου συγκεντρώνει στις μεταβιβαστικές πράξεις τις παραπάνω απαιτήσεις ως αυτοτελή στοιχεία του νομικού ελέγχου.

Τι είναι και τι περιλαμβάνει το Εγχειρίδιο Ενιαίων Κανόνων Νομικού Ελέγχου του Κτηματολογίου

Το Εγχειρίδιο Ενιαίων Κανόνων Νομικού Ελέγχου αποτελεί το πλαίσιο οδηγιών του Ελληνικού Κτηματολογίου για τον έλεγχο των εγγραπτέων πράξεων που υποβάλλονται προς καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία. Όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό του σημείωμα, επιδιώκει την καθιέρωση και εφαρμογή «ενιαίων, κοινών κανόνων ερμηνείας και εφαρμογής της νομοθεσίας για το Εθνικό Κτηματολόγιο» και των διαδικασιών τήρησης και ενημέρωσης των κτηματολογικών βιβλίων.

Η έκδοση 5.0 φέρει ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου 2025. Το ίδιο το Κτηματολόγιο προβλέπει ότι το Εγχειρίδιο εμπλουτίζεται και επικαιροποιείται περιοδικά με νέα νομικά ζητήματα που εμφανίζονται στις συναλλαγές και με τις τροποποιήσεις της νομοθεσίας.

Η ύλη του οργανώνεται ανά εγγραπτέα πράξη και καλύπτει την αγοραπωλησία, τη γονική παροχή, τη δωρεά εν ζωή, την αποδοχή κληρονομίας με συμβολαιογραφικό έγγραφο, τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, την τροποποίηση σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, την ανταλλαγή, την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, την τροπή προσημείωσης σε υποθήκη και την εγγραφή υποθήκης.
Για κάθε βασική συμβολαιογραφική πράξη παρουσιάζονται τα συνυποβαλλόμενα δικαιολογητικά, η διαδικασία νομικού ελέγχου, οι γενικές οδηγίες, η γενική νομοθεσία, οι ειδικότερες περιπτώσεις και τα αντίστοιχα φύλλα ελέγχου. Στις πράξεις για τις οποίες απαιτείται προβλέπονται ιδιαίτερες ενότητες για την πράξη εφαρμογής και τη δασική νομοθεσία.

Ο έλεγχος που πραγματοποιεί το Κτηματολογικό Γραφείο είναι έλεγχος νομιμότητας της πράξης που ζητείται να καταχωριστεί. Εξετάζεται η αρμοδιότητα του Κτηματολογικού Γραφείου, αν το δικαίωμα και η πράξη είναι εγγραπτέα, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που συνδέονται με την εγκυρότητα και την καταχώριση της πράξης, αν έχουν συνυποβληθεί τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και αν ο διαθέτων το δικαίωμα εμφανίζεται στο κτηματολογικό βιβλίο ως δικαιούχος.

Το Εγχειρίδιο λειτουργεί επομένως ως ενιαίος πρακτικός οδηγός νομικού ελέγχου για τις Περιφερειακές Υπηρεσίες, τα Κτηματολογικά Γραφεία και τα Υποκαταστήματα και συγκεντρώνει, ανά είδος πράξης, τις νομοθετικές απαιτήσεις που πρέπει να ελέγχονται πριν από την καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία.

πήγη ecopress.gr

Οι θέσεις στάθμευσης στις πιλοτές των πολυκατοικιών μετά τον νόμο 5005/2022:

 Με διατάξεις του νόμου 5005/2022 ρυθμίζεται το ζήτημα της κυριότητας ανοικτών θέσεων στάθμευσης στην πιλοτή πολυκατοικίας με μονομερή τροποποίηση της πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας.

Ένα χρόνιο πρόβλημα που σχετίζεται με τα parking στην πιλοτή των πολυκατοικιών έρχεται να αντιμετωπίσει το άρθρο 46 του νόμου 5005/2022.

Με δεδομένο ότι πολλές θέσεις parking σε πιλοτές είχαν «χιλιοστά» δηλαδή αντιμετωπίζονταν ως οριζόντιες ιδιοκτησίες, κάτι που όμως κρίνεται παγίως ως «άκυρο» από τη νομολογία των δικαστηρίων, οι (φερόμενοι ως) ιδιοκτήτες αυτών αντιμετώπιζαν προβλήματα στη χρήση και τη μεταβίβασή τους.

Με το νέο νόμο 5005/2022, επέρχονται τρεις αλλαγές:

1. Αναγνωρίζονται τα εμπράγματα δικαιώματα επ’ αυτών και οι δικαιούχοι μπορούν να τα μετατρέψουν μονομερώς σε αποκλειστική χρήση.

2. Αναγνωρίζεται ότι αν τρίτος, μη ιδιοκτήτης διαμερίσματος, είχε δικαίωμα σε μια θέση στάθμευσης, τότε μπορεί να τα μεταβιβάσει μόνο σε ένοικο πολυκατοικίας.

3. Αναγνωρίζεται ότι αν κάποιος είχε αποκλειστική χρήση επ’ αυτών, χωρίς να έχει και διαμέρισμα σε πολυκατοικία, μπορεί να τη μεταβιβάσει μόνο σε δικαιούχο διαμερίσματος στην πολυκατοικία

Συγκεκριμένα οι σχετικές διατάξεις του νόμου 5005/2022 έχουν ως εξής:

Νόμος 5005/2022ΦΕΚ Τεύχος Α 236/21.12.2022
Ενίσχυση δημοσιότητας και διαφάνειας στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο – Σύσταση ηλεκτρονικών μητρώων εντύπου και ηλεκτρονικού Τύπου – Διατάξεις αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης και λοιπές επείγουσες ρυθμίσεις

Άρθρο 46
Κυριότητα ανοικτών θέσεων στάθμευσης στην πυλωτή – Προσθήκη παρ. 5Α στο άρθρο 1 του ν. 960/1979

Στο άρθρο 1 του ν. 960/1979 (Α’ 194), μετά την παρ. 5 προστίθεται νέα παρ. 5Α ως εξής:

«. α) Ο ιδιοκτήτης οριζοντίου ιδιοκτησίας-χώρου κύριας χρήσης πολυκατοικίας που έχει εμπράγματο δικαίωμα σε ανοικτή θέση στάθμευσης στην πιλοτή της ίδιας πολυκατοικίας, που αποτελεί κατά τη σύσταση αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, προβαίνει σε μονομερή τροποποίηση της πράξης οριζοντίου ιδιοκτησίας, προκειμένου να μετατρέψει τον ανοικτό χώρο στάθμευσης στην πιλοτή ως παρακολούθημα στην αποκλειστική χρήση της οριζοντίου ιδιοκτησίας του χώρου κύριας χρήσης και ταυτόχρονα να ενσωματώσει στην τελευταία ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο που είχε κατά τη σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών ο ανοιχτός χώρος στάθμευσης στην πιλοτή.

Στην περίπτωση αυτή, η σύμφωνη γνώμη του συνόλου των συνιδιοκτητών τεκμαίρεται.

β) Ανοικτή θέση στάθμευσης στην πιλοτή πολυκατοικίας που αποτελεί κατά τη σύσταση αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία και επί της οποίας δεν έχει εμπράγματο δικαίωμα ιδιοκτήτης επί οριζοντίου ιδιοκτησίας-χώρου κύριας χρήσης της αυτής πολυκατοικίας δύναται να μεταβιβαστεί κατ’ εξαίρεση και μόνο σε άλλον ιδιοκτήτη επί οριζοντίου ιδιοκτησίας-χώρου κύριας χρήσης της αυτής πολυκατοικίας.

Στην περίπτωση αυτή ο ιδιοκτήτης της οριζοντίου ιδιοκτησίας-χώρου κύριας χρήσης προβαίνει σε μονομερή τροποποίηση της πράξης οριζοντίου ιδιοκτησίας, προκειμένου να μετατρέψει τον ανοικτό χώρο στάθμευσης στην πιλοτή ως παρακολούθημα στην αποκλειστική χρήση της οριζοντίου ιδιοκτησίας του χώρου κύριας χρήσης και ταυτόχρονα να ενσωματώσει στην τελευταία το ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο που είχε κατά τη σύσταση οριζοντίων ιδιοκτησιών ο ανοιχτός χώρος στάθμευσης στην πιλοτή.

Στην περίπτωση αυτή, η σύμφωνη γνώμη του συνόλου των συνιδιοκτητών τεκμαίρεται.

γ) Ο ιδιοκτήτης οριζοντίου ιδιοκτησίας-χώρου κύριας χρήσης πολυκατοικίας, στον οποίο μεταβιβάστηκε και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης επί ανοικτής θέσης στάθμευσης στην πιλοτή ή θέσης στον ακάλυπτο χώρο της ίδιας πολυκατοικίας, στην οποία θέση, σύμφωνα με την πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας ή τον κανονισμό της πολυκατοικίας, έχει συσταθεί αυτοτελές δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη οριζόντια ιδιοκτησία-χώρο κύριας χρήσης της πολυκατοικίας, προβαίνει σε μονομερή τροποποίηση της πράξης οριζοντίου ιδιοκτησίας, προκειμένου να αντιστοιχήσει τον ανοικτό χώρο στάθμευσης της πιλοτής ή του ακάλυπτου χώρου ως παρακολούθημα στην αποκλειστική χρήση της οριζοντίου ιδιοκτησίας του χώρου κύριας χρήσης.

Στην περίπτωση αυτή, η σύμφωνη γνώμη του συνόλου των συνιδιοκτητών τεκμαίρεται»

Σχετικά:

Ο νόμος 5005/2022 ρυθμίζει το θέμα της πιλοτής που έχει προκύψει με αποφάσεις δικαστηρίων που έκριναν ότι είναι άκυρη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας που καθορίζει θέσεις στάθμευσης στην πυλωτή

πηγή odigostoupoliti.eu

Το «πρόσωπο» στα ακίνητα ως προϋπόθεση της οικοδομησιμότητάς τους: Τι ισχύει

 Η συζήτηση για το «πρόσωπο» στα ακίνητα ως προϋπόθεσης για την οικοδομησιμότητά τους δεν είναι ασφαλώς καινούργια. Εντάθηκε ωστόσο τα τελευταία έτη εξαιτίας της έκδοσης αποφάσεων του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου της χώρας με τις οποίες αποσαφηνίζονται τα σχετικά ζητήματα. Επισημαίνεται ότι οι κρίσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι, κατ’ αρχήν, δεσμευτικές για τη Διοίκηση, αφού το Δικαστήριο επιλύει τελικά τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν. Άλλωστε, ποιος θα αναλάμβανε τον κίνδυνο να οικοδομήσει σε ακίνητο που το Σ.τ.Ε. κρίνει ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις της οικοδομησιμότητας, ακόμη και όταν η Διοίκηση (Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων) χορηγεί την οικοδομική άδεια, σε αντίθεση με όσα κρίνονται με τις αποφάσεις του; Πράγματι, ουδείς μπορεί να προεξοφλήσει ότι δεν θα προσβάλλει κάποιος τρίτος την οικοδομική άδεια ή, ακόμη, ότι η ίδια η Διοίκηση δεν θα προβεί στο μέλλον σε ανάκληση της οικοδομικής άδειας, με συνέπεια να καθίσταται το κτίριο αυθαίρετο και κατεδαφιστέο.

Όταν λέμε ότι ένα ακίνητο έχει «πρόσωπο» εννοείται ότι διαθέτει κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά οικοδομήσιμο, εφόσον ο δρόμος αυτός, είναι αναγνωρισμένος ως εθνικός, επαρχιακός, δημοτικός ή κοινοτικός (πλην των αγροτικών, που αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία και δεν καθιστούν οικοδομήσιμα τα γήπεδα, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις). Ζήτημα υπάρξεως ή μη προσώπου δεν τίθεται, κατ’ αρχήν, για τα εντός σχεδίου ακίνητα, εφόσον οι δρόμοι προβλέπονται κατά τρόπο ειδικό και σαφή στα οικεία ρυμοτομικά σχέδια. Προβλέπεται μάλιστα ότι για να είναι οικοδομήσιμα τα εντός ορίων οικισμού ακίνητα πρέπει να έχουν πρόσωπο σε νομίμως υφιστάμενο κοινόχρηστο χώρο, πλάτους κατά κανόνα τουλάχιστον 4 μέτρων, ο οποίος εφάπτεται της μιας πλευράς των ορίων του ακινήτου καθ’ όλο της το μήκος.

Επομένως, για τα εντός σχεδίου ακίνητα, ως κοινόχρηστοι χώροι αναγνωρίζονται μόνον εκείνοι που προβλέπονται από το οικείο ρυμοτομικό σχέδιο. Κατ’ εξαίρεση, πάντως, από τον κανόνα αυτό, γίνεται δεκτή η διατήρηση κοινοχρήστων χώρων που δημιουργήθηκαν με ιδιωτική βούληση πριν την 01.06.1924, ενώ η Διοίκηση διαπιστώνει εάν η εδαφική λωρίδα έχει πράγματι αφεθεί στην κοινή χρήση, πριν την ως άνω ημερομηνία. Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις αυτές, κατά τις οποίες υφίστατο κατά την 01.06.1924 ιδιωτική οδός η αναγνώρισή της είναι δυνατή μόνον αν η οδός αυτή δεν έχει καταργηθεί από το σχέδιο πόλης που ακολούθησε (βλ. Σ.τ.Ε. 546/2026).

Ουσιωδώς διαφορετικά είναι τα πράγματα στην περίπτωση των εκτός σχεδίου ακινήτων. Στην περίπτωση αυτή, προκειμένου να είναι οικοδομήσιμο το ακίνητο επιβάλλεται να έχει πρόσωπο σε δρόμο ο οποίος να υφίσταται νόμιμα και όχι να έχει προκύψει από ιδιωτική βούληση. Ως δρόμοι νοούνται εν προκειμένω διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδοί, αναγνωρισμένες με πολιτειακή πράξη στο πλαίσιο καθορισμού του οδικού δικτύου, σε επίπεδο τουλάχιστον Ο.Τ.Α. (Σ.τ.Ε. 176/2023 Ολομ., 1206/2023, 962/2018 7μ., 848/2018 7μ., 665/ 2018 7μ., 4046/2015 7μ., πρβλ. Σ.τ.Ε. 1295/2024 7μ, 629/2022, 2529/2020, 302/2017). Εξάλλου, ένα γήπεδο θεωρείται ότι έχει πρόσωπο, δηλαδή κοινό όριο σε δρόμο, που το καθιστά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οικοδομήσιμο, όταν ο δρόμος υφίσταται νομίμως και είναι ήδη διανοιγμένος, κατά τρόπον ώστε να είναι προσπελάσιμος και να παρέχει εν τοις πράγμασι επικοινωνία με το γήπεδο (Σ.τ.Ε. 1779/2025, 176/2023 Ολομ., 2709/2018 κ.ά.). Επομένως, ούτε η παραχώρηση εδαφικής λωρίδας από τον ιδιοκτήτη, ούτε ο καθορισμός ζώνης παραλίας αρκούν για να προσδώσουν πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο (δρόμο) (Σ.τ.Ε. 1779/2025).

Περαιτέρω, όπως κρίθηκε προσφάτως από το Σ.τ.Ε. το ζήτημα της υπάρξεως ή μη δημοτικής ή κοινοτικής οδού δεν μπορεί να επιλύεται κατά περίπτωση, επ’ ευκαιρία συγκεκριμένης υποθέσεως, με κίνδυνο εκδόσεως αποσπασματικών και αντιφατικών αποφάσεων, αλλά πρέπει να επιλύεται με την έκδοση πολιτειακής πράξης ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της οδού, ειδικότερα δε, είτε α) με την έκδοση προεδρικού διατάγματος καθορισμού του οδικού δικτύου επιπέδου τουλάχιστον Ο.Τ.Α., κατ’ αναλογία των ισχυόντων επί αναγνωρίσεως εθνικών και επαρχιακών οδών (βλ. άρθ. 2 παρ. 2 και 3 παρ. 2 του ν. 3155/1955, αντιστοίχως), εν συνεχεία δε, προκειμένου περί εντοπισμένων ρυθμίσεων, με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό σχεδιασμό οργάνου, πλην αν πρόκειται περί προστατευόμενων περιοχών, οπότε απαιτείται π.δ., είτε β) με την ενσωμάτωσή της σε ευρύτερο σχεδιασμό, θεσπιζόμενο με πράξη του αρμόδιου κρατικού οργάνου. Πάντως, μέχρι την κατά τα ανωτέρω ολοκλήρωση του συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, η οποία πρέπει να λάβει χώρα εντός ευλόγου χρόνου, είναι ανεκτή η κατά περίπτωση αναγνώριση δημοτικών κ.λ.π. οδών με πράξη του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου πολεοδομικού σχεδιασμού (Σ.τ.Ε. 932/2025).

Τα βασικά ζητήματα που ανακύπτουν, ενόψει των ανωτέρω, ειδικώς για τα εκτός σχεδίου ακίνητα είναι εν προκειμένω δυο:

α) Εφόσον δεν έχουν εκδοθεί οι κανονιστικές πράξεις που θα καθορίζουν τη διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, αλλά ούτε έχει εκδοθεί το προβλεπόμενο στο άρθρο 28 παρ. 19 του ν. 4280/2014 προεδρικό διάταγμα για τον καθορισμό της έννοιας «κοινόχρηστος δρόμος», μπορούν να εκδοθούν νόμιμες οικοδομικές άδειες για ακίνητα τα οποία διαθέτουν μεν πρόσωπο σε δρόμο, πλην όμως ο εν λόγω δρόμος δεν έχει αναγνωριστεί ακόμη ως δημοτικός ή ως κοινοτικός; Σημειωτέον δε ότι το Σ.τ.Ε. έκρινε ότι το Δημοτικό Συμβούλιο δεν είναι αρμόδιο να χαρακτηρίσει έναν δρόμο ως δημοτικό ή κοινοτικό, ούτε να βεβαιώσει απλώς περί τούτου (Σ.τ.Ε. 932/2025).

Κατά την ορθότερη άποψη, η παράλειψη επί σειρά ετών της Διοίκησης να εκδώσει τις πράξεις αυτές για την αναγνώριση των δρόμων είναι παράνομη, αφού προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν τόσο τον ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό (άρθρο 24 παρ. 2 Συντ.), όσο και το δικαίωμα στην ιδιοκτησία (άρθρο 17 Συντ.), δεδομένου ότι εξαιτίας της παράλειψης αυτής οι ιδιοκτήτες των ακινήτων δεν δύνανται να τα οικοδομήσουν με συνέπεια να τελούν, ανεπιτρέπτως, σε κατάσταση ιδιότυπης ομηρείας. Για τον λόγο αυτόν δύναται να προσβάλλουν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την παράνομη αυτή παράλειψη της Διοίκησης, διεκδικώντας παράλληλα αποζημιώσεις.

β) Επιπλέον, γεννάται ουσιώδες ζήτημα αναφορικά με την τύχη των οικοδομικών αδειών που έχουν ήδη εκδοθεί για ακίνητα τα οποία αποδεικνύεται εκ των υστέρων ότι δεν διαθέτουν πρόσωπο σε δρόμο και, συνεπώς, δεν είναι οικοδομήσιμα, με συνέπεια να γεννάται, κατ’ αρχήν, υποχρέωση της Διοικήσεως να τις ανακαλέσει. Στην περίπτωση αυτή, ο ιδιοκτήτης του ακινήτου για το οποίο ανακλήθηκε η οικοδομική άδεια διαθέτει εργαλεία άμυνας: α) Την -υπό όρους- επίκληση των αρχών της χρηστής διοικήσεως, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, οι οποίες αποκλείουν την ανατροπή πραγματικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν καλοπίστως υπέρ τους, με συνέπεια να καθίσταται μη νόμιμη η ανάκληση της οικοδομικής άδειας και β) η έγερση αγωγής αποζημιώσεως κατά των Δήμων που εξέδωσαν τις εν λόγω οικοδομικές άδειες, τις οποίες εν συνεχεία ανακάλεσαν.

Συνοψίζοντας, η πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για το «πρόσωπο» των ακινήτων ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την οικοδομησιμότητά τους, επαναφέρει μια ακόμη χρόνια παθογένεια της Διοικήσεως, που καθιστά τους ιδιοκτήτες τους δέσμιους των αντιφάσεων και των παλινωδιών της, με χαρακτηριστικότερη την (ευθέως παράνομη) παράλειψή της να εκδώσει τις αναγκαίες κανονιστικές ρυθμίσεις για την αναγνώριση των δρόμων ως δημοτικών ή κοινοτικών, με συνέπεια να προκαλείται ασάφεια και ανασφάλεια δικαίου τόσο στους ιδιοκτήτες, όσο και στις ίδιες τις Πολεοδομικές Αρχές, οι οποίες καλούνται να εξετάσουν αιτήματα για έκδοση (πλέον προέγκριση) οικοδομικών αδειών ή να χορηγήσουν βεβαιώσεις οικοδομησιμότητας των εν λόγω ακινήτων. Η ασάφεια αυτή υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες να προβούν, έως την οριστική άρση της, σε δικαστικές ενέργειες για την προάσπιση των νομίμων συμφερόντων τους.

Πηγή: B2green.gr